Το παίγνιο και η ανάγκη του συνεταιρίζεσθαι

Του Γιώργου Σταματόπουλου από την «Εφημερίδα των Συντακτών», 26/11/2012

 

Κρίμα που δεν μπορέσαμε / Να είμαστε τόσο ωραίοι άνδρες/ Όσο και οι πατε­ράδες μας / Κρίμα που δεν το κατορθώ­σαμε/Εκείνο το αγκάθι του βυθού

Κώστας Καναβούρης

Ο κόσμος ακόμα χρειάζεται σφαγές

Ο Παναγιώτης Κονδύλης είχε επι­κρίνει τις τάσεις για επανασύστα­ση του «πολιτισμού των κοινοτήτων» παρότι συμφωνούσε με την ανάγκη απο­κέντρωσης των εξουσιών. Θεωρούσε απα­τηλή την αυτονομία των τοπικών κέντρων διότι η δομή των σύγχρονων κοινωνιών είναι πολύπλοκη, διότι στηρίζεται σ’ έναν πολύκλαδο καταμερισμό της εργασίας.

Είχε απορρίψει την εσωτερική δομή τους, ιδίως κατά την τουρκοκρατία, ως πολύ απέχουσα από τις σημερινές αντι­λήψεις για ισότιμη και συνυπεύθυνη συνδιαχείριση όλων των υποθέσεων από μέρους όλων των κατοίκων. Έβλεπε στην ανασύσταση των κοινοτήτων νοσταλγική εξιδανίκευση, μια «δημιουργία ιστορικών ειδυλλίων και μυθολογιών».

Είναι σαν να μας λέει ότι πρέπει να προσέξουμε πολύ εάν θέλουμε να προ­τάξουμε τον κοινοτισμό ως εναλλακτική λύση απέναντι στην αυταρχικότητα και τη βία της κεντρικής εξουσίας. Γιατί, όντως, σήμερα αυτό το πρόταγμα είναι αναγκαίο, ως άμυνα της κοινωνικής εργασίας απέ­ναντι στην επίθεση του κράτους εναντίον της εργασιακής ειρήνης, απέναντι στον θρυμματισμό των θεμελιωδών εργασια­κών δικαιωμάτων. Η ανεργία οδηγεί τους

ανθρώπους σ’ αυτό το πρόταγμα. Να συ­γκεντρωθούν, να διαλεχθούν, να αποφα­σίσουν, αφού ομονοήσουν, ότι από μόνοι τους μπορούν να ιδρύσουν μια κοινότητα ιδίων συμφερόντων, εντός, βεβαίως, της υπάρχουσας αγοράς.

Ε οντάς υπ’ όψιν τους ενδοιασμούς ου μεγάλου Έλληνα στοχαστή, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι είναι πολύ δύσκολο να υπάρξει ισότιμη και συ­νυπεύθυνη συνδιαχείριση όλων των υπoθέσεων απ’ όλους τους συμμετέχοντες σε μια κοινότητα. Οι λόγοι είναι πολλοί. Πρώ­τα απ’ όλα η κουλτούρα του ναρκισσισμού, τα χαράκτηρολογικά πρότυπα της οποίας έχει περιγράψει ο οξυδερκής Αμερικανός διανοητής Κρϊστοφερ Λας: ο μεγάλος φόβος για τα γηρατειά και τον θάνατο, ο φόβος του ανταγωνισμού, η παρακμή του παιγνιώδους πνεύματος, η επιδείνωση των σχέσεων ανδρών και γυναικών.

Άρα, μας λένε και οι δύο στοχαστές, δεν είναι εύκολες οι ad hoc συλλογικότητες, υπό τις παρούσες συνθή­κες, ως πολιτική πρόταση. Δίκιο έχουν, εάν βεβαίως συμφωνήσουμε με την πο­λιτική-ψυχολογική ανάλυση τους (μια φευγαλέα, έστω, ματιά στις ανθρώπινες σχέσεις και την επικρατούσα αντίληψη της ατομικότητας θα μας πείσει). Αυτό, όμως, δεν πρέπει να μας αποτρέψει από την προσπάθεια να επιχειρήσουμε κάτι κοινοτιστικό στον χειμαζόμενο χώρο του Τύπου. Αλλά πρέπει ο καθείς να παραι­τηθεί από το κάθε χθαμαλό «εγώ» του, να εκδιώξει Ης τάσεις επιβολής της δικής του γνώμης επί της γνώμης των άλλων, να σέβεται τις προτάσεις όλων, να βλέπει υγιώς τον ανταγωνισμό (στις σχέσεις και στις ιδέες…), να υπηρετεί με πάθος και συνέπεια τον τομέα εργασίας που οικει­οθελώς έχει αναλάβει [να μπορεί να γελά με τον εαυτό του (Νίτσε)], να θυμάται ότι ανθρώποισι πάσι μέτεστι γινώσκειν εαυτούς και σωφρονείν (σ’ όλους τους ανθρώπους είναι δοσμένη η δυνατότητα να γνωρίζουν τους εαυτούς τους και να φρονούν σωστά – Ηράκλειτος), να μάθει να ακούει (κυρίως!) και να αγαπά…

Αμφισβητούν πολλοί τη μακροημέρευ­ση τέτοιων «κοινοτιστικών», συνεταιρι­στικών εγχειρημάτων. Παραβλέπουν, όμως, ότι βιώνουμε μια συνταρακτική ανατροπή εργασιακών-διαπροσωπικών σχέσεων, ότι οφείλουμε να αντιδράσουμε ως κοινωνία, έξω από στενά κομματικές ομπρέλες, να μπορέσουμε να ψελλίσουμε μια διέξοδο στα τρομαγμένα μάτια των παιδιών, που είναι γεμάτα λύπη κι απογο­ήτευση, περιφρόνηση και μίσος για τους γονείς τους και το σύστημα που αυτοί οι γονείς (εξ)έθρεψαν, υπηρέτησαν, θηρίωσαν. Να αρθρώσουμε ότι έχει σταματήσει ο πόλεμος όλων εναντίον όλων (Χομπς), χωρίς να αποκλείουμε την αυθαιρεσία της φιλοσοφίας στην κοινωνική ερμηνεία.

Δύσκολα όλα τούτα, ουτοπικά ίσως, ίσως γιατί ουδέποτε μυηθήκαμε στην ιερότητα της απλότητας, ίσως γιατί εμπιστευτήκαμε την κομματική αλήθεια υπεκφεύγοντας τον εσωτερικό σπαραγμό, αλλά και τον κοινωνικό, ίσως γιατί δεν εκ­παιδευτή κάμε να βλέπουμε (να νιώθουμε) την ομορφιά, να ακούμε τη μουσική της καθεμέρας (που είναι μουσική του σύμπα­ντος). Καλά, παρεξετράπημεν…

Λοιπόν. Οι ιδιοκτήτες των εφημερίδων απαξίωσαν το κύριο περιουσιακό τους στοιχείο: τους εργαζομένους τους. Πάει αυτό. Καλούνται τώρα οι εργαζόμενοι «να μπορέσουν οι εφημερίδες να κρατήσουν τον παραδοσιακό τους ρόλο στην κατα­γραφή και ανάλυση των γεγονότων και να τον βελτιώσουν στο μέλλον» (Αντρέ Σιφρίν – Οι λέξεις και το χρήμα, «Αιώρα»). Τα δύσκολα μπορούν να γίνουν εύκολα, απλά. Στο χέρι μας είναι.

gstamatopoulos@efsyn.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s