Η κόρη του ήλιου

ilios2

Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό,
μια όμορφη κυρά, από τόπο μακρινό.
Είχε μαλλιά παράξενα, δεμένα αγριεμένα,
σαν της αράχνης τον ιστό, δεμένα τυλιγμένα.
Με χείλη κατακόκκινα σαν κερασιού το χρώμα,
όπως το αίμα, που πέφτει απαλά, στο χώμα.
Μάγουλα ροζ , ροζ τριανταφυλλένια,
και μάτια καταπράσινα, μικρά και ρουμπινένια.
Το σώμα ήτανε λεπτό, και μικροκαμωμένο,
μα ήταν λευκό, σα ζάχαρη, ζαχαροζυμωμένο.
Φορούσε ένα φόρεμα, λευκό μακρύ κεντημένο,
τη μέρα έλαμπε στο φως, λευκό και δαντελένιο…
Παπούτσια δεν εφόραγε, γυμνά είχε τα πόδια,
στο μονοπάτι της, θαρρώ, θα είχε πολλά ρόδια…

Δεν εξηγείτε αλλιώτικα, το δέρμα της λευκό,
μα η όψη της, είχε το χρώμα, το ροδαλό !
Αμίλητη κάθε φορά, στο ίδιο μονοπάτι,
εκεί μονάχηήτανε, καθόταν σε μιαν άκρη.
Μέρες τώρα την συναντώ, και θέλω να πλησιάσω,
με τράβηξε η όψη της, κουβέντα να της πιάσω.
Μια μέρα τ’ αποφάσισα, να πάω να της μιλήσω,
ίσως την σιωπή και τα μαλλιά να λύσω…

Ήθελα να δω τα μαλλιά της, το μήκος την υφή τους,
να δω αν είχανε το μπέρδεμα, της σκέψης της, μαζί τους…
Πλησίασα…σιωπηλά, και κάθισα κοντά της,
το μόνο που ακούστηκε, ήταν τ’ αναστενάγματά της…
Λέξη, δεν ήβρικα να πω, ούτε μια καλημέρα,
καθώς στο χέρι το δεξί, είδα του Ήλιου βέρα !
Σημάδι είχε από φιλί , του Ήλιου στο δάχτυλό της,
μάλλον το έβαλε εκεί, να το θωρεί εμπρός της…
Το άρωμα από το κορμί μου θύμισε γιασεμί,
μακάρι να με έπαιρνε κι εμένανε μαζί.
Σκέφτηκα, καθώς ένιωσα, να με μεθά για λίγο,
και σκιάχτηκα , πετάχτηκα και έκανα να φύγω !

‘’Στάσου ! Μη φύγεις, κάθισε, κάθισε εδώ κοντά μου’’!
Άκουσα την φωνούλα της, κι έχασα την μιλιά μου…
Ήταν σα ν’ άκουσα νερό κρυστάλλινο να τρέχει,
όπως τη στάλα της βροχής, στη Γη μου όντε πέφτει.
‘’Μη φύγεις σε παρακαλώ, κάτσε εδώ κοντά μου,
απόψε θέλω συντροφιά, να φύγει η μοναξιά μου…’’
Τα μάθια της, γυαλίζανε, φεγγάρια αναμμένα,
κι ένα δάκρυ κύλησε, στα χείλη, τα κοραλλένια…
Κάθισα δίπλα της, κι απλά παρατηρούσα,
δάκρυ ήθελα να ήμουνα για λίγο να γλιστρούσα…
Ταξίδι σύντομο, απ’ τα μάθια στο μάγουλο της,
και να ‘σβηνα αργά, πάνω στο πρόσωπό της.
Ο χρόνος, θαρρώ σταμάτησε, η ώρα δεν κυλάει,
μα η καρδιά μου, γρήγορα, νιώθω ότι χτυπάει.
Η σιωπή με τύλιξε, δεν έχω μπλιο μια λέξη,
για να αφήσω στην κυρά, κάτι για να διαλέξει…

Σκέφτομαι τι ‘ναι μπορετό κάτι να σχηματίσω,
πριν φύγει κι εξαφανιστεί, για να την συγκινήσω…
‘’Πες μου κυρά, τα μάθια σου, γιατί είναι δακρυσμένα,
πες μου ίντα σε πείραξε, να ξηγηθώ για σένα’’.
Μα το μόνο, που αντίκρισα, ήτανε μια ματιά,
μαχαίρι κοφτερό επάνω στη καρδιά…
‘’Συγγνώμη αν οι λέξεις μου, αγγίζουν την πληγή σου,
μα, εσύ μου ζήτησες να μείνω εδώ, μαζί σου’’
‘’Μη μου ζητάς…συγγνώμη, μη μου λες,
για ότι κι αν σου πω, κάτεχε εσύ δεν φταις…
Είχα μια αγάπη… μια φορά, αληθινή αγάπη,
που όπως αποδείχτηκε, ήτανε μια απάτη.
Όρκο μου έκανε μια νύχτα με φεγγάρι,
πως θα με αγαπά, ώσπου να πάει στον Άδη…
Κοίτα… πως με κατάντησαν, τα λόγια και ο όρκος
με δάκρυα στα μάτια μου, και στο κορμί ο πόνος.
Τις μέρες μου, χαμογελώ οι άλλοι να μη θωρούνε,
το πόνο που ‘χω στη καρδιά, κι αρχίσουν να ρωτούνε.
Τις νύχτες… μόνη μου πενθώ, τα δόλια τα όνειρά μου,
και προσπαθώ το φάρμακο, να βρω για την καρδιά μου.
Κοίτα με πως κατάντησα, εξόριστη μονάχη,
να κατοικώ στης θλίψης μου, την άκρη’’.

Τα λόγια της, θεατρικά το δάκρυ της ποτάμι,
ποιός είχε τέτοια δύναμη, λουλούδι να μαράνει ;
Ποιός είχε τόση δύναμη, πληγές να της ανοίξει,
να το γλεντήσει το κορμί κι ύστερα να τ’ αφήσει ;
Κρίμα…κρίμα την τόση ομορφιά, τη τόση καλοσύνη,
πάνω που ‘ναι στα νιάτα της, στην ερημιά να μείνει.
‘’Δεν έχω λόγια να σου πω, κυρά μου λυπημένη,
μα σκέψου μήπως ο καλός σου, κάπου σε περιμένει.
Σκέψου πως κάπου βρίσκεται και σ’ έχει για εικόνα,
μέσα στα καλοκαίρι του, και μέσα στο χειμώνα.
Κι αν έφυγε αναγκαστικά, αν βρίσκετε σε μάχη ;
Αν τον ανάγκασαν, να πάει σ’ άλλη άκρη ;
Αν σ’ αγαπά, σε σκέφτεται και θέλει να γυρίσει,
Τον όρκο που σου έκανε, αν θέλει να τηρήσει ;’’

‘’Παψε ! Ήντα ‘ναι αυτά που λες; Αν λίγο μ’ αγαπούσε,
θα άφηνε σημείωμα σημάδι πως θα γυρνούσε
Έστω ένα φυλαχτό, να ‘χω δικό του χάδι,
δεν θα έφευγε σιωπηλά, σκιά μες το σκοτάδι.
Μην προσπαθείς μες το μυαλό παιχνίδι να ανοίξεις,
η σκέψη καταλάγιασε και δεν θα την αγγίξεις.
Έφυγε με παράτησε, πήρε ότι κι αν είχα,
κι εδά…κι εδά στα χείλη κάθεται και με κεντά η πίκρα.
Θα προσπαθήσω να σταθώ , στα πόδια μου και πάλι,
για όλα όσα του ‘δωκα θέλω να πω χαλάλι.’’
Και ξαφνικά το βλέμμα της, άναψε μια φωτιά,
και ένιωσα να φλέγεται από πείσμα η καρδιά.

‘’Πες μου, κυρά που κατοικείς, σε λίγο που νυχτώνει,
να σε γυρίσω σπίτι σου, μην περπατήσεις μόνη’’.
Το βλέμμα της χαμήλωσε, τα χείλη ειρωνικά γελούνε,
σα να κρατούνε μυστικό, που ποτέ δεν θα πούνε.
‘’Δεν θα σου πω, που κατοικώ, γιατί αν
μ ‘ακολουθήσεις,
φοβούμαι πως θα μπερδευτείς,
δεν θα ξαναγυρίσεις,
Θα σε ζητούν οι φίλοι σου, η μάνα ο πατέρας,
και δεν θα ξέρεις που να πας , κάτω απ το φως της μέρας,
Μείνε εδώ, στον κόσμο σου, στα μέρη που κατέχεις,
και μην ζητάς μπλεξίματα μες την ζωή να έχεις.’’
Σοβάρεψε το βλέμμα της, και πήρε άλλη όψη,
σα το φεγγάρι που μπορεί, τον ουρανό να κόψει.

‘’Δεν με φοβίζει τίποτα, το δρόμο θα τον μάθω,
ότι κι αν είναι να συμβεί, έτοιμος να το πάθω.
Άσε με να ‘ρθω πλάι σου, δίπλα στα βήματά σου,
θα ‘θελα μόνο μια στιγμή, να γίνω η σκιάσου.
Να δω το μέρος όπου ζεις, που θέτεις και ξαπλώνεις,
και πώς ξυπνάς τις μέρες σου, τ’ όνειρο σαν τελειώνεις.
Μην με φοβάσαι, κοίταξε τον όρκο μου, σου δίνω,
όταν μου πεις εσύ, τότε θα ξεμακρύνω.’’
Δεν μίλησε μα μου έγνεψε, μ ένα χαμόγελό της,
κρεμάστηκα στα χείλη της, και πήγα στο πλευρό της.
Ιπποτικά υποκλίνομαι κι αφήνω να περάσει,
με την ελπίδα δίπλα μου, εκείνον να ξεχάσει.

Χαμογελά και προχωρά, λικνίζει το κορμί της,
και ποιος δεν θα ‘θελε, να περπατά μαζί της…
Η σιωπή κυριαρχεί, μα οι σκέψεις χορό στήνουν,
και την καρδιά μου, ήσυχη με πράμα δεν αφήνουν.
Χαμογελώ ασυναίσθητα, νιώθω πως θα πετάξω,
και σκέψη κάνω τολμηρή, πώς να την αγκαλιάσω…
Τα βήματα μου ελαφριά, δεν θέλω να τρομάξει,
και το χαμόγελο απ’ τα χείλη της και πάλι να το χάσει…
‘’Ξέρεις που πάμε’’; η φωνή ζεστή μέσα στη νύχτα,
και η καρδιά μου, ξεπηδά έξω από τα στήθια.
‘’Όχι, δεν ξέρω από δώ, ποτέ δεν έχω έρθει,
μα δεν με νοιάζει ακολουθώ αυτό που έχω πιστέψει’’.
Τα μάτια της καρφώθηκαν επάνω στα δικά μου,
και τότε ήμουν σίγουρος, αυτή είναι ο σεβντάς μου!

Μέσα στις τόσες σκέψεις μου,για ‘κείνη και για μένα,
φτάσαμε σ’ ένα δάσος, με δέντρα φαντασμένα…
Ψηλοί κορμοί πολύχρωμοι με ρίζες τυλιγμένες,
σαν δώρο ακουμπούσανε λες κι ήτανε δεμένες.
Μια όαση στα μάθια μου, σ’ όνειρο μέσα μπήκα,
για πάντα εδώ, να μείνω, ψιθυριστά, της είπα…
Κι εκείνη…χαμογέλασε, και μου δωσε το χέρι,
και πιο κοντά προσπάθησε, αμέσως να με φέρει…
Πλησίασα και έδωσα το αριστερό μου χέρι,
αυτό που ενώνει την αορτή με της καρδιάς τα μέρη.
‘’Έλα, κοντά μην σκιάζεσαι, ο τόπος μου εδώ είναι,
αν θέλεις διάλεξε μια μεριά, και όπου θέλεις μείνε…’’
Μου ‘πε γλυκά, και έμεινα ακίνητος στη μέση,
δεν ήξερε η σκέψη μου τι θέλει να διαλέξει.
‘’Εσύ κυρά μου, να μου πεις το μέρος που θα μείνω,
δεν θα ‘θελα στο τόπο σου, βάρος εγώ να γίνω’’
Είπα κι αμέσως ντράπηκα, καλύτερα να φύγω…

‘’Στάσου που πας; Περίμενε δεν σου δείξα τη λίμνη’’,
φώναξε σα να ήθελε τα ρούχα της να πλύνει.
Έμεινα εκεί ακίνητος ακόμη μια φορά,
να την κοιτώ και να ζητώ να κλέψω δυο φιλιά.
Η λίμνη ήταν με νερά, κρυστάλλινα καθαρά,
εικόνα μαγική, ξετυλίγεται στα μάθια μου μπροστά…
Η νύχτα, ατελείωτη θαρρώ ,πως ειν’απόψε,
φεγγάρι αν είσαι χάρτινο, τον ουρανό μου κόψε…
Μην ξημερώσεις ουρανέ, ο ήλιος μη προδώσει,
και απο δίπλα της με μιας με διώξει…

Όνειρο είναι σίγουρα αυτό που ζω απόψε,
μην με ξυπνήσεις ουρανέ, το όνειρό μου σώσε…
Και ξαφνικά στις σκέψεις μου, νιώθω το άγγιγμά της,
κι ένα φιλί στο μάγουλο φέρνει τη ζεστασιά της…
Γυρνώ το βλέμμα , πάνω της, μ’ αυτό κοιτάζει χάμω,
πώς ν αντικρύσω τη μορφή, που το μυαλό μου χάνω…
Οπλίζω με θάρρος τη φωνή, μα το κορμί μου στέκει,
σα το μαρμάρινο βασιλιά, στο ίδιο μέρος μένει.
Παρατηρώ τα πόδια της, το φόρεμα μακρύ,
μα το μυαλό μου, κόλλησε, στο δροσερό φιλί…
Νιώθω τα πόδια μου, να αιωρούνται,
και τα συναισθήματα να εκφραστούν φοβούνται…
Η νύχτα… απόψε μαγική, ο ουρανός της λάμπει,
τ’ άστρα της σβήνουνε αργά, τόσο που με τρομάζει…
Κι εκείνη…αχ, εκείνη με τα μπλεγμένα τα μαλλιά,
με το μακρύ φουστάνι, με βλέμμα ντροπαλό κεντά τα όνειρα…

Σιωπή…στο δάσος κυριαρχεί, και μόνο το φεγγάρι,
κοιτά και ρίχνει φως, τη θλίψη της να πάρει…
Πια θλίψη; Είναι γελαστή άραγε εγώ να φταίω;
Κατάφερα τη σκέψη της να την επαναφέρω;
Θέλω να νιώσω ένα φιλί κι ας χαθεί μετά.
Θα πω πως δεν την είδα, πως πέταξε μακριά…
Θα πω ήταν νεράιδα σε δάσος μακρινό,
θα πω πως δεν την γνώρισα πως ήταν όνειρο…

‘’Γιατί δεν λες αυτό που θες’’;ακούστηκε η φωνή της,
και άπλωσε το χέρι της, να κάτσω εκεί μαζί της..
Δίχως να χάνω τον καιρό πλησίασα δειλά,
και άγγιξα με το χέρι μου, τα δεμένα της μαλλιά…
Ιστός…αράχνης η αφή πάνω στα δάχτυλα μου,
‘’Πες μου ποιος σ έπλασε κυρά, σ έκανε ζωγραφιά μου…’’;
‘’Λένε ότι πατέρας μου, είναι ο Ήλιος, κι η μανά μου η φύση
και πως πεθαίνει κάθε φορα που έρχεται η Δύση..
Ξαναγεννιέται την ημέρα
και φορεί στο δάχτυλο μου βέρα
Αυτό …το βλέπεις; Αυτό είναι το σημάδι
του Ήλιου του πατερά μου, που διώχνει το σκοτάδι…
Κόρη του Ήλιου, με είπανε γιατί έλαμψα μια μέρα,
γιατί είδαν στο χέρι μου, του Ήλιου μου τη βέρα’’ !

Τα λόγια της, ξεπηδούν μέσα από παραμύθι,
που το ανοίγει το παιδί και δεν θέλει να το κλείσει.
Πώς να αρνηθώ τα λόγια αυτά ; Κι ας είναι παραμύθια,
όπως τα λεν’ τα χείλη της, τα νιώθω τώρα αλήθεια.
‘’Κυρά…κόρη του Ήλιου, θα ήθελα μια χάρη,
θέλω να λύσεις τα μαλλιά ο αέρας να τα πάρει.
Θέλω να δω το μήκος τους, να δω την ομορφιά σου, αν κι είμαι σίγουρος πως δεν κρύβεται στα μαλλιά σου..’’

‘’Να λύσω θέλεις τα μαλλιά, να δεις την ομορφιά μου ;
Η ομορφιά είναι εδώ, πίσω από την καρδιά μου !
Ψυχή το λένε δεν θωρείς, δεν ξέρεις τί θα πει;
Να είσαι απ’ έξω όμορφη και μέσα να ‘σαι κενή’’…
‘’Όχι όχι κυρά, κατέχω ήντα ‘ναι η ψυχή, κατέχω ήντα θα πει,
τα κάλλη να ξανανοίγουν, και όχι τη ψυχή…
Απλά αναρωτιόμουνα, πως είναι τα μαλλιά σου,
και αν τα λύσεις θ’ αυξηθεί για λίγο η ομορφιά σου…’’;
Κι εκείνη τη στιγμή ήθελα ν’ ανοίξει η Γη να με καταπιεί.
Τέτοιες λέξεις δεν έχω συνθέσει ποτέ, ποτέ, δεν έχω πει…
Αισθάνθηκα ανόητος, και ήθελα να φύγω
γύρισα ευθύς την πλάτη μου, μα φώναξε να μείνω…
Το αεράκι το ελαφρύ, μου έφερε μυρωδιά,
από γιασεμί που λάτρευα το άρωμα…
Γυρνώ με χαρά για να της πω, τί νιώθω,
μα αυτό που είδα δεν μπορώ να το αποτυπώσω…

Κόκκινα μακριά μαλλιά, τυλίγανε το σώμα,
κι εκείνη δάγκωνε απαλά κι αμήχανα το στόμα..
Τα χείλη της κοκκίνισαν, ακόμη πιο πολύ,
ήξερα πως την έπλασαν οι δώδεκα οι θεοί…
Δεν μίλησα μα τι να πω, αφού μιλιά δεν είχα,
σεβντά που ποτέ δεν ήβρικα εδά εδά τον βρήκα…
Κι απ’ την αμηχανία της, άρχισε να μιλάει,
με το βλέμμα της χαμηλά, το χώμα να κοιτάει…
‘’Πες κάτι σε παρακαλώ, πες κάτι ότι να ‘ναι…
πες για τ’ αστέρια τ’ ουρανού σαν πέφτουν αν πονάνε…
πες μου σαν πέσουν στη Γη η σκόνη τους ριζώνει;
Ή μήπως σπάνιο λουλούδι φυτρώνει;
Πες μου, για τα σύννεφα, όταν αλλάζουν σχήμα,
ή αν θες για γλάρους που πετούν κι αγγίζουνε το κύμα…
Πες μου για μέρη μακρινά, γι’ αλλιωτικες θρησκείες,
εάν πιστεύεις σε μάγισσες που κάνουν μαγείες…’’

‘’Το μόνο που έχω να σου πω,
είναι πως σ’ αγαπώ,
και πως σε γάμο μυστικό,
απόψε σε ζητώ…
Όρκο σου αφήνω εδώ στη Γη
που ακουμπάς απόψε,
μια ευκαιρία για να δεις
την αγάπη μου, δώσε…
Πες μου το ναι, κι εγώ,
το άλογο θα φέρω,
το μέρος που θα ζήσουμε,
έννοια σου, και το ξέρω…
Σκέψου καλά, μα γρήγορα
πριν ξημερώσει η μέρα,
δεν θέλω άλλος να μπορεί
να σου φορέσει βέρα…’’

Ρίχνει το βλέμμα χαμηλά, και βαριαναστενάζει,
κι εκεί κατάχαμα στη Γη, τ’ όνειρο ανατριχιάζει…
Δάκρυα απο τα μαθια της, πέφτουν κάτω στη Γη,
και νιώθω πως παρακαλεί να μείνει μοναχή…
Βρίσκω ένα δέντρο γέρικο μ’ ένα χοντρό κορμό,
και κάθομαι σιωπηλά με αναστεναγμό…
Σκέψεις περνούν απ’ το μυαλό, σκηνές όπου δεν είδα,
το μόνο που βγαίνει αχνά αχνά, είναι, κυρά μου κρίμα…
Κρίμα που η θλίψη έρχεται, κι αφήνει το φιλί της,
που θες δεν θες ακολουθείς, κι είσαι εκεί μαζί της.
Κρίμα που τόση ομορφιά, κεντάει τη σιωπή,
και ρίχνεται τις νύχτες της, έρμη και μοναχή…
Κρίμα..που πίστεψα πως θα μπορώ, να φέρω,
χαρά κι αγάπη στη ζωή, πως θα καταφέρω…

Κοιτώ ψηλά τον ουρανό κλείνω, μια ολιά τα μάθια,
και νιώθω την καρδιά, να σπάει κομμάτια.
Νιώθω τ’ αστέρια τ’ ουρανού να πέφτουν στο κορμί μου,
μα πόνο δεν νιώθω στο κορμί μονάχα στη ψυχή μου…
Αφήνω το χάδι του θεού ,που τα όνειρα μου φέρνει,
μα ‘ναι κι αυτό πολύ βαρύ, στο σώμα μου το σέρνει…
Βαριά νιώθω τα βλέφαρα, και ελαφρύ το σώμα,
ο ύπνος έρχεται γλυκός στη Γη κι όχι στο στρώμα…
Χαμε, κοιμούμαι καταγής, κοιτώντας τα αστέρια,
Με ανοιχτά τα χέρια μου να πέσουν ένα ένα.
Ένα κελάηδημα γλυκό, τα μάθια μου ανοίγει
και η ματιά μου, τον ουρανό ξανοίγει…

Ξημέρωσε, και χρώματα ο Ήλιος, μου μοιράζει,
καθώς την ερημιά, στο σώμα μου κοιτάζει…
Οι ρίζες, με αγκάλιασαν, μα τώρα με αφήνουν,
στη Γη ερίζωσαν βαθιά, κι εκεί πρέπει να μείνουν…
Τινάζω το πουκάμισο κι ισιώνω το ζωνάρι,
και ψάχνω με το βλέμμα μου, ‘κεινη που το ‘χει πάρει.
Πήρε μυαλό, πήρε καρδιά, δίχως να προσπαθήσει,
μόνο με το χαμόγελο, με έχει κατακτήσει.
Κοιτώ από δω κοιτώ από ‘κει…κοιτάζω παραπέρα
όμως το μόνο που θωρώ, είναι του Ήλιου η βέρα.
Πεσμένη στο χώμα το υγρό, και η κυρά να λείπει,
το μόνο που αισθάνομαι, είναι πόνος και λύπη…
Έφυγε με τον άνεμο, στου Ήλιου το φιλί,
δίχως αντίο, γεια χαρά, κάτι… κάτι να πει…
Πώς να ημερέψω κορμί, τη σκέψη την καρδιά μου;
Που άφησα ανοιχτή την πόρτα και πέταξα τα κλειδιά μου…
Που να γυρέψω να την βρω, ένα φιλί να κλέψω ;
Τα λόγια που δεν πρόλαβα με ποιό πουλί να πέψω;
Ήλιε μου, ανε τη θωρείς, έχε την καλά,
κι ας είναι σ’ άλλη αγκαλιά, κι είναι μακριά…
Φεγγάρι ανε θα τη δεις, πες της πως την ζητώ,
πες της ότι για κεινη θα είμαι πάντα εδώ…
Στο δάσος που με έφερε, θα χτίσω ένα σπίτι,
όποτε θέλει να έρχεται, θα ‘χει κάπου να μείνει…
Πες της, φεγγάρι ολόγιομο ,πως θα την περιμένω,
πως σε κάθε χρώμα τ’ ουρανού για ‘κεινη θ’ ανασαίνω..
Στέλνω τα χαιρετίσματα, μέσα σε ένα δάκρυ,
κι αφήνω τα όνειρα, στου φεγγαριού την άκρη…
Κλωστές να ρίξει να πιαστώ, να ανεβώ εκει μαζί του,
να κεντήσει με τις ασημοκλωστές το σώμα τη πληγή του…
Από ψηλά, να τη θωρώ κι ας είναι μακριά μου,
η εικόνα της χαράχτηκε για πάντα στην καρδιά μου…

Ο παππούς μου Αντώνης Σαΐνις Μανουσάκης, γεννήθηκε έζησε και έδυσε σ’ ένα χωριό στο Ηράκλειο Κρήτης, το Χουδέτσι.
Τα καλοκαίρια μου, σαν ήμουν παιδί, πήγαινα και καθόμουν στο χωριό όλο τον Αύγουστο. Με τον παππού, κάναμε καλή παρέα, πηγαίναμε στ’ αμπέλια, στις ελιές, σχεδόν παντού μαζί…
Ο παππούς μου, δεν ήξερε γράμματα μα όλοι τον εφώναζαν »Σαΐνι». Κάθε κα-λοκαίρι λοιπόν, όταν του έλεγα εγώ τις δικές μου φανταστικές ιστορίες… ε-κείνος πάντα μου έλεγε μία… κι αυτή έχω κρατήσει…
Ο παππούς, έδυσε στα 65 ξαφνικά… όταν ήμουν 10 ετών… σήμερα στα 35, μάνα πια… διαβάζω συχνά το παραμύθι αυτό στα παιδιά μου, με την ελπίδα να ζήσει αιώνια… όσο οι ρίζες μου, θα απλώνονται…
Ελένη Βασιλείου Αστερόσκονη
asteroskoni76@hotmail.com

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s