Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις απουσία.

DSC00098Αναστατώθηκε όλο το χωριό. Το καφενείο βούιζε απ’ το πρωί σαν μελίσσι. Η κάπνα απ’ τα τσιγάρα ανακατωμένη μ’ αυτήν της σόμπας έβγαινε απ’ την μισάνοιχτη πόρτα.

-Μα πως έγινε αυτό το πράγμα;

-Τι έγινε μπάρμπα Ντίνο;

-Κάποιος έκλεψε το Βρέφος απ’ την φάτνη, κάτω στην πλατεία. Φάτνη χωρίς βρέφος δηλαδή Πάσχα χωρίς Ανάσταση γίνεται, δεν γίνεται. Απ’ την άλλη όμως τι να το κάνουνε;

-Έλα ντε, περίεργο. Έχει ξαναγίνει μπαρμπούλη;

-Ποτές παιδάκι μου. Ούλα τα παράξενα τώρα συμβαίνουνε. Τι καιρούς περνάμε; Έφυγε ο Θεός από το χωριό, πήρε τα μάτια του από πάνω μας γι’ αυτό πήρε και το γιό του. Ξέρω και γω, τι να πώ;

-Μην είδε κανένας τίποτα;

-Μπα, χθες το βράδυ μια παρέα ήταν στο καφενείο απ’ του Κ. Εφύγανε νωρίς. Δεν ήσαν αυτοί.

Φεύγοντας απ’ το καφενείο πέρασε απ’ τη θειά Λιού. Οι γριές είναι πάντα πιο ενημερωμένες, σκέφθηκε.

-Θειά Λιού μην άκουσες τίποτα για τον μικρό Χριστό;

-Σαν τι ν’ άκουσα μάτι μου. Με τα παράξενα που συμβαίνουνε σηκώθηκε ο Χριστός κι έφυγε μονάχος του. Τι να πεις. Και που να πήγε; Σ’ άλλο χωριό ή σ’ άλλη χώρα; Ή πάλε μήπως χάθηκε από τη Γη;

-Κι εγώ δεν βγάζω άκρη θεία. Άμα μάθω τίποτα θα σου πω.

-Καλά παιδάκι μου, στο καλό.

Πήγε στην πλατεία. Στάθηκε μπροστά στην φάτνη. Έλειπε το Βρέφος. Ο Ιωσήφ κι η Μαρία κοιτούσαν την άδεια κούνια. Σαν απορημένοι κι αυτοί. Τα ζώα πάλι, ποιόν ζέσταιναν; Οι μάγοι; Ζυγώνοντας στην κούνια βρήκε ένα κομμάτι χαρτί. Το άνοιξε. Κάτι έγραφε. Το διάβασε: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία. Η ειρήνη σώπασε. Κι όσο για την ευδοκία, που την βλέπετε;». Περίεργο, ποιος να το’ γραψε; Το διάβαζε και το ξαναδιάβαζε προσπαθώντας να καταλάβει. Παίρνει γραμμή τον ανήφορο για το σπίτι του προέδρου.

-Καλημέρα πρόεδρε. Τα’ μαθες νομίζω.

-Ναι κάτι άκουσα. Θα βρούμε άλλο βρέφος. Στο κάτω – κάτω εκεί ήταν κι ο Ιωσήφ κι η Παναγία. Ας του τα’ κοβαν τα χέρια.

-Νομίζω πρόεδρε πως εδώ δεν είναι κλοπή, είναι κάτι άλλο.

-Σαν τι άλλο; Κάποιος φαίνεται το’ χε το βρέφος πιο πολύ ανάγκη απ’ το χωριό.

-Μα κοίτα εδώ. Κοίτα τι γράφει.

Φόρεσε τα γυαλιά του, το διάβασε και τα’ άφησε πάνω στο πεζούλι.

-Περίεργο παιδί μου. Κάποιος κάτι θέλει να μας πει.

-Ακριβώς κάποιος. Αλλά ποιος;

-Δεν μπορώ να φανταστώ κανέναν. Τριακόσιοι   νοματαίοι είμαστε όλοι – όλοι. Ξέρουμε ο ένας τον άλλον. Γιατί να μην έρθει να μας βροντήξει την πόρτα;

-Κι αν δεν τον ακούγαμε; Ο παπά – Φ. τι λέει;

-Χαμένα τα’ χει. Τόσα χρόνια στο χωριό, από μικρό παιδάκι κι αυτός, πρώτη φορά του’ τυχε.

-Να του δείξουμε το σημείωμα. Κάτι παραπάνω μπορεί να καταλάβει. Να το δείξουμε και στο δάσκαλο.

-Άιντε, πάμε.

DSC00077Βρόντηξαν την πόρτα πίσω τους κι έφυγαν. Φτάνοντας στην εκκλησία βρήκαν τον πάπα – Φ. να παλεύει να ξεχωρίσει τα πρόσφορα για την λειτουργία.

-Καλημέρα παπά μου.

-Καλή κι ευλογημένη. Τι σας έφερε δω πάνω;

-Δε ρίχνεις μια ματιά σε τούτο το χαρτί;

Το διάβασε κι έκανε το σταυρό του.

-Δίκιο έχει, αλλά δεν ξέρω ποιος είναι να τον συγχαρώ.

-Τι λες παπά μου. Έχει αναστατώσει ούλο το χωριό.

-Δεν πειράζει. Κι ο Θεός κουράζεται απ’ την ησυχία κάτι φορές κι αστράφτει και βροντάει.

-Πάμε κατά τον δάσκαλο θα’ ρθεις;

-Πάμε.

Φτάνοντας βρήκαν τον δάσκαλο να κάνει ετοιμασίες για την Χριστουγεννιάτικη γιορτή. Τον χαιρέτησα και του’ δωσαν το χαρτί.

-Περίεργο, πολύ περίεργο. Μόλις προχτές εξηγούσα στα παιδιά τι σημαίνει αυτή η φράση. Λες τα βλοημένα να κάμανε τίποτα; Αλλά πάλι, γιατί να το κάνουν; Μη σκάτε. Έχω τον τρόπο μου. Θα τα ρωτήσω. Τραβάτε στις δουλειές σας κι ελάτε κατά το μεσημέρι που σχολάμε.

Περπάτησαν οι τρεις τους  ως το καφενείο. Σπρώξανε την πόρτα και παρήγγειλαν καφέδες. Όση ώρα λείπανε στο καφενείο δίνανε και παίρνανε οι εικασίες, βγαίνανε αστυνομικά δελτία κατέληγαν σε πορίσματα.

-Ξένοι ήσαντε σίγουρα. Να δεις που αυτοί το κάμανε.

-Ναι αλλά γιατί;

-Για να το πουλήσουνε πουθενά αλλού. Όλα τα πουλάνε αυτοί.

-Είναι και παλιά κατασκευή. Ντυμένο και με πλεκτό ύφασμα, κάτι θα πιάσει.

-Μπά, τίποτα μεθυσμένοι θα ήσαντε. Θα ήταν αργά και θα πηγαίνανε κατά την πόλη και δεν τους είδε κανένας.

-Ντροπής πράματα. Τίποτα δεν σέβονται. Θα φρίξει το παράξενο!

Φτούνο που σου λέω γω. Ξένοι ήσαντε.

-Μεθυσμένοι ήσαντε που σου λέω γω.

Μεσημέριασε και γύρανε κι οι τρεις τους κατά το σχολείο.

-Τι έγινε δάσκαλε;

–Τίποτα, δεν φαίνεται να ξέρουν κάτι. Από μένα το μάθανε.

-Μάλιστα, λέει ο πρόεδρος, πάμε στα σπίτια μας. Δεν βγαίνει τίποτα.

Έμεινε μόνος του με τον παπά – Φ. Είχανε πάρει τον ανήφορο που πήγαινε στην εκκλησία.

-Ξέρεις τι λέει το απολυτίκιο των Χριστουγέννων;

-Ναι, κάτι θυμάμαι.

-Ε, τότε βάλε με το νου σου.

-Τι εννοείς;

-Ας πούμε, τι λέει το απολυτίκιο; «και η γη το σπήλαιον τω απροσίτω προσάγει…».

-Ε, και; Δεν καταλαβαίνω.

-Έλα μαζί μου.

-Που πάμε;

-Πάμε στην σπηλιά του Αϊ-Γιάννη.

-Στην Πηγή;

-Ναι, βαστάς;

-Βαστάω.

Κινήσανε οι δυό τους. Έκανε κρύο και κάτω από τα έλατα, στο μονοπάτι, είχε μια μικρή στρώση χιονάκι.

-Κοίτα, έχουν έρθει κι άλλοι, είπε ο παπά-Φ.

-Δίκιο έχεις, είναι πατημένος ο δρόμος. Είναι κι οι βοσκοί.

-Ζυγώνουμε.

Φτάσανε στη σπηλιά του Αϊ-Γιάννη και ω του θαύματος! Το Βρέφος τυλιγμένο προσεχτικά με μια κουβέρτα ήταν αφημένο σε μια πέτρα, κι έμοιαζε σαν ζωντανό.

-Καρτέρει λίγο, όπου να’ ναι θα’ ρθουν.

-Μα ποιος θα’ ρθει;

-Τα παιδιά.

-Τα παιδιά;

-Ναι τα παιδιά. Τα’ χα μαζώξει προχτές στην πλατεία που φτιάχναμε το δέντρο και τους  έλεγα ιστορίες από παλιά Χριστούγεννα στο χωριό. Από τότε που δεν υπήρχαν γαλοπούλες, ρεβεγιόν και πλαστικά στολίδια αλλά  υπήρχαν άνθρωποι , καλή καρδιά και ανοιχτές αυλές. Κάποια στιγμή με ρωτήσανε γιατί ο Χριστός είναι το φως το της γνώσεως. Τους είπα πως θα σκέφτονται το φως σαν δύναμη κι ελπίδα. Κι η γνώση είναι η δύναμη.

Λίγο μετά μπήκε μια ομάδα παιδιών στην σπηλιά. Τους είδανε και κοκκινίσανε.

-Να…, είπε η Κ.

-Δεν πειράζει, είπε ο παπά-Φ., δίκιο έχετε.

-Ξέρεις παππούλη, ξεθάρρεψε ο Α.,να βλέπουμε κι εμείς τους γονείς μας αναστατωμένους. Κοιτάζουνε τα βραδινά δελτία και μονολογούνε πως δεν υπάρχει ελπίδα. Κι εμείς τρομάξαμε. Άλλα μας λένε στο σχολείο, άλλα στην εκκλησία, άλλα στο σπίτι κι άλλα διαβάζουμε στο internet. Βλέπουμε ανθρώπους κυρτούς, θλιμμένους πάνω από χαράτσια και λογαριασμούς, στο κομπιούτερ βλέπουμε άστεγους και αυτοκτονίες, βλέπουμε και τους γονείς μας… Να κι εσύ μας είπες για την ελπίδα, τον Χριστό, το φως κι είπαμε να τον κρύψουμε από μόνα μας γιατί καθώς λένε θα μας τα πάρουν όλα. Τελικά που είναι η αλήθεια;

-Καλά και άγια πράξατε, είπε ο παπά-Φ. Αφού οι μεγάλοι δεν νογάνε από μοναχοί τους να προστατέψουν την ελπίδα, τους εαυτούς τους και τον κόσμο, καλά κάνατε. Τους δώσατε ένα μάθημα. Παλιά δεν υπήρχανε «Χαμόγελο του Παιδιού» κι άλλοι μεσάζοντες ανακούφισης της ανθρώπινης δυστυχίας. Τα καταφέρναμε μοναχοί μας, γιατί ήμασταν όλοι μαζί. Μετά βάλαμε μεσάζοντες κι απομονωθήκαμε. Βάλαμε μεσάζοντες παντού και στο μυαλό και στην καρδιά. Δηλαδή αν θέλω να φιλέψω έναν άνθρωπο πρέπει να περάσω από το εκάστοτε μαγαζί: Μ.Κ.Ο., κοινωνικά δίκτυα, εκκλησία. Ναι κι η εκκλησία κάτι φορές μεσάζοντας είναι. Μεταξύ Θεού και ανθρώπου είναι το φως, δεν είμαι εγώ. Εγώ πρέπει να στέκομαι παραδίπλα, όχι μπροστά σας, γιατί αμποδάω το φως και βλέπετε τον ίσκιο μου. Εγώ μονάχα να σιμπάω σαν την μάσια το ψωμί όποιον χαθεί στο δρόμο. Κι οι γονείς, κι ο δάσκαλος και κάθε μορφή εξουσίας ίδια δουλειά κάνουνε. Μπαίνουνε μπροστά στον ήλιο. Δεν στεκόνται δίπλα. Να φανταστείτε ότι  κι ο Χριστός άμα ακολούθαγε τον πατέρα του  θα γινότανε ξυλουργός. Αλλά ακολούθησε την καρδιά του και πάτησε σε δρόμους αλλιώτικους. Μα μιας και τ’ αρχίσατε ας το συνεχίσουμε  καλά. Σύρε Ν. φέρε ένα γαϊδούρι από το χωριό. Όπως με το γαϊδούρι μπήκε στα Ιεροσόλυμα το Μεγαλοβδόμαδο , έτσι θα γυρίσει και συη φάτνη. Θα περάσουμε μέσα απ’ τα καφενεία και τις πλατείες, τα σοκάκια και τις αυλές. Να ξυπνήσουνε, να σηκωθούνε από την μιζέρια τους, να κλείσουν την τηλεόραση  και να δουν το διπλανό τους.

-Μπράβο παπά-Φ.!!!

Ήρθε και το γαϊδούρι. Βάλανε το Βρέφος απάνω  προσεκτικά και περάσανε μέσα από τις γειτονιές και τα καφενεία. Ο κόσμος έστεκε απορημένος κοιτάζοντας τον παπά-Φ. μ’ ένα τσούρμο παιδιά να φωνάζει:

«Βγείτε όξω συγχωριανοί, ξυπνήστε κι ακούστε τα παιδιά.  Έχετε αφοσιωθεί στην απουσία τους. Το μέλλον είναι δικό τους. Θα το πάρουν απ’ τα χέρια σας».

Σταθήκανε στην πλατεία όπου η Κ. πήρε το βρέφος και το’ βαλε στην θέση του.

-Κι αν σε πειράξουν, ξέρουμε εμείς, ψιθύρισε στο Βρέφος.

DSC00095

Το ραφτάκι.

Στον Αχιλλέα και στην μπουμπούλα!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s