Μωρό εξ ουρανού

INDIANH

Διάσημη για οτιδήποτε άλλο εκτός απ’ τις παιδαγωγικές της ανησυχίες, η Ολγα Τρεμη διαμαρτυρόταν, στο δελτίο του Mega, θορυβημένη απ’ την υποτιθεμένη χοντροκοπιά ενός εθίμου της Ανατολής, συμφωνά με το οποίο οι άνθρωποι μιας μικρής πόλης έριχναν απ’ τον ψηλό εξώστη κάποιου τεμένους ένα γυμνό μωράκι, ενώ το πλήθος, από κάτω, περίμενε με αγωνία και χαρά, κρατώντας ένα πελώριο ύφασμα, όπως κάνουν οι πυροσβέστες. Και το μωρό έπεφτε όντως στα μαλακά, και ο κόσμος πανηγύριζε μοιράζοντας λουλούδια και ζητωκραυγάζοντας, κι αυτό σήμαινε ίσως τη συμβολική μύηση του νεογέννητου στον αποχωρισμό από μια στατική ζωή στα υγρά της μήτρας. Διότι η ζωή, έξω απ’ τη μήτρα, εγκαινίαζε μιαν ενστικτώδη νοσταλγία για τον ίλιγγο του θανάτου, με την οποία όφειλε κανείς να έρθει αντιμέτωπος εξ αρχής, ώστε να την απομαγεύσει. «Μπορεί να μην έπαθε τίποτα το μωρό», αποφάνθηκε η μεγαλοπρεπής Τρεμη, που ξαφνικά θυμήθηκε ότι το ανθρώπινο υποκείμενο είναι κάτι περισσότερο απ’ τους σκερτσόζικους αυτοματισμούς που απαιτούν οι κάμερες, «αλλά κανείς δεν ξέρει τι έπαθε η ψυχή του»!1

Έτσι, η οικοδέσποινα του δελτίου άφησε να εννοηθεί ότι το έθιμο ήταν υπόλειμμα τριτοκοσμικής υπανάπτυξης, όμως αν έβρισκε τον χρόνο να ρίξει μια ματιά σ’ εκείνο το ποίημα του Εγγονόπουλου όπου η κουδουνίστρα πάνω στην κούνια του νηπίου ταυτίζεται με το κυπαρίσσι που θα φυτευόταν στον τάφο του, ενδέχεται να κατανοούσε, που λέει ο λόγος, ότι οι τελετουργίες, όταν έχουν θεμελιωθεί στο θεσμικό έδαφος της κοινότητας, όπως συμβαίνει φέρ’ ειπείν με το χριστιανικό βάπτισμα, όπου το νήπιο έρχεται σε αθέλητη, σχεδόν βίαιη, επαφή με το νερό, όχι μόνον δεν είναι τραυματικές αλλά διευκολύνουν την ψυχή να καλωσορίσει το συμβολικό σύστημα, δηλαδή τους οργανωτικούς άξονες του νοήματος.

Μακρηγορώ. Αν το να κρίνεις δύο ομάδες ανθρώπων τη στιγμή που ανήκεις στη μία εξ αυτών μοιάζει παρακινδυνευμένο από λογική άποψη, φανταστείτε, ακόμη χειρότερα, πόσο αθέμιτο είναι, για να μην πούμε ανέντιμο, ή και βλακώδες. Στην πράξη, παραβιάζουμε όλοι μας αυτό το όριο απ’ την ημέρα που θ’ αρχίσουμε να μιλάμε και δεν θα ήμουν ανειλικρινής αν σας περιέγραφα την απορία μου κάθε που άκουγα στο σχολείο την παραφωνία της έκφρασης «η ανακάλυψη της Αμερικής», λες και η προκολομβιανή Αμερική δεν κατοικούνταν από ανθρώπινα όντα ή λες και δεν αποτελούσε την επικράτεια ενός ήδη ανεπτυγμένου πολιτισμού αλλά κάποιο χημικό συστατικό στις απώτερες θέσεις που περιοδικού πίνακα των στοιχείων — επιτρέπεται λόγου χάριν να πεις ότι ανακαλύφθηκε το Λορένσιο ή το Φέρμιο.

Όμως, σ’ αυτό το φαινομενικά αθώο κλισέ, που ανέμελα υιοθετούμε μέχρι σήμερα, είναι εγγεγραμμένη ολόκληρη η τραγωδία που παίχτηκε γύρω απ’ την ψευδαίσθηση της ανωτερότητας του λευκού ευρωπαϊκού πολιτισμού, τραγωδία πρωτίστως γλωσσική, όπως όλες. Λέγοντας «ανακάλυψη» εννοούμε ότι την ανακαλύψαμε εμείς, οι Ευρωπαίοι, που πήγαμε ως εκεί προκειμένου να εκχριστιανίσουμε μιαν άγνωστη ήπειρο, της οποίας η πανίδα συμπεριελάμβανε κατά σύμπτωσιν τους Ινδιάνους. Μας μιλούσαν, εξάλλου, για τις ανθρωποθυσίες των Αζτέκων και κανείς δεν μπήκε στον κόπο να αναρωτηθεί, αναφορικά με τους αυτόχθονες, βορειότερα, στην αχανή περιοχή των μετέπειτα Ηνωμένων Πολιτειών, μήπως η υπαρξιακή τους διαίσθηση, αυτός ο απίθανης λεπτότητας σεβασμός σ’ ένα φυσικό περιβάλλον κατοικημένο από θροΐζουσες πνευματικές παρουσίες, καθώς και οι ηθικές και φιλοσοφικές τους κλίσεις σε υψηλές μορφές πένθους ή επικοινωνίας με τα άψυχα2, αντιστοιχούσε σε μια κουλτούρα κατά πολύ πιο σεβάσμια από εκείνη που έδινε την πρωτοκαθεδρία στο Εγώ, με όχημα τη χυδαία και επιταχυνόμενη εμπορευματοποίηση των πάντων.

Ένας αμερικανός δημοσιογράφος είχε ζητήσει απ’ τον Χίτλερ, στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας για το αξίωμα του καγκελάριου, να του εξηγήσει πώς σκόπευε να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό κι ο τελευταίος του απάντησε: «Τον πληθωρισμό θα τον αναλάβουν τα SS». Παρομοίως κι εμείς με το αίνιγμα του ψυχισμού των λεγόμενων ερυθροδέρμων, το ανέλαβε ο Τζον Γουέιν. Κατά τα λοιπά, το μόνο που μας εντυπωσιάζει είναι πως αγνοούσαν τον τροχό. Δεν θεωρούμε άξιο λόγου το ότι ένας Ινδιάνος είναι ίσως ικανός να ξεχωρίζει, στην καρδιά της νυχτερινής υπαίθρου, 3.000 διαφορετικούς ψιθύρους, αφού ένα τέτοιο πλεονέκτημα ελάχιστα ενθαρρύνει το καταναλωτικό ενδιαφέρον, ενώ εύλογα παύουμε να ντρεπόμαστε για τη μελαγχολία που αισθάνονται εκείνοι απέναντι στον δικό μας πολιτισμό, του οποίου υπέρλαμπροι κολοφώνες παραμένουν το χολιγουντιανό τσίρκο, η κατεδάφιση του οικοσυστήματος και τα πυρηνικά όπλα.

Εξακολουθούμε συνεπώς να κρίνουμε τους άλλους πολιτισμούς ως υποδεέστερους χωρίς να υποπτευόμαστε καν ότι αυτή η υπεροπτική ετυμηγορία πηγάζει, μεροληπτικά, από εμάς: από άτομα που μετέχουμε στον έναν από τους δυο κρινόμενους όρους. Βαθμολογούμε την καθυστέρηση με τα δικά μας μέτρα «προόδου», αυτά που υπαγορεύει ο φετιχισμός της περίφημης «ανάπτυξης» –και τι να πεις για τους ιθαγενείς της κεντρικής Αφρικής, που πίστευαν μέχρι προ τίνος ότι το να σε φωτογραφίσουν, ισοδυναμούσε με το να κλέψουν κάτι απ’ την ψυχή σου; Δηλαδή τι θα μπορούσαμε να πούμε μετά απ’ τη δική μας αποστραγγιστική εμπειρία δισεκατομμυρίων σπασμωδικών και δίχως νόημα αλληλοφωτογραφίσεων, εκτός του ότι οι «πρωτόγονοι» αποδείχθηκαν σωστοί; Είναι άραγε υπερβολή να υποστηρίξεις ότι, φωτογραφίζοντας, πάψαμε να βλέπουμε; Ή ότι, κρατώντας αρχεία, πάψαμε να θυμόμαστε; Ή ότι, μελετώντας το σεξ, πάψαμε να το απολαμβάνουμε; Ή ότι, αναθέτοντας στις ψηφιακές μηχανές το καθήκον να υπολογίζουν, πάψαμε να σκεφτόμαστε;

Και αν θεωρούμε υπανάπτυκτους αυτούς που ζουν σε καλύβες από άχυρο, σαν να λέμε σε άμεση, αδιαμεσολάβητη επαφή με τη μητρότητα της φύσης και των άστρων, τι θα είχαν δικαίωμα να πουν αυτοί για μας όταν μας βλέπουν να στριμωχνόμαστε στα όρθια φέρετρα των πολυκατοικιών ή σε ατέλειωτες ουρές ακινητοποιημένων αυτοκινήτων, εισπνέοντας το καυσαέριο και καταναλώνοντας τον χρόνο μας σαν σε αντίστροφη μέτρηση; Κι αν χαρακτηρίζουμε καθυστερημένους αυτούς που λατρεύουν τα πνεύματα των δέντρων, τι έπρεπε να πουν εκείνοι για μας, που λατρεύουμε, με όλη τη σημασία της λέξης, αναιμικά φωτομοντέλα, ηλίθιους κοσμικούς, καρικατούρες της τηλεόρασης και συσκευασίες απορρυπαντικών;3

(1) Ταυτόχρονα, το οξύμωρο της φράσης «Μπορεί να μην έπαθε τίποτα το μωρό, αλλά κανείς δεν ξέρει τι έπαθε η ψυχή τον» διαλαλεί εκκωφαντικά ότι, για την κ. Τρέμη -ελπίζω να μην έχει λόξιγκα- το μωρό και η ψυχή του αποτελούν δυο ξένες μεταξύ τους οντότητες.

(2) Βλ. τον μνημειώδη λόγο που εκφώνησε ο αρχηγός Σιάτλ το 1855 (στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Αγρα» «Η νύχτα των Ινδιάνων», 1995).

(3) Ξεκίνησα να γράφω το. παραπάνω με αφορμή το κείμενο ενός αφιερώματος στο Θιβέτ (στο ΕΨΙΛΟΝ της 13ης 4ου 08), που το υπογράφει η Κορίνα Βασιλοπούλου και που θα το σχολιάσω στο επόμενο, αφού δεν έχω εδώ την πολυτέλεια του χώρου για να δείξω αυτό που με απασχολεί: δηλαδή την αμέριμνη «φυσικότητα» του τρόπου (βλ. «ανακάλυψη της Αμερικής»), δια τον οποίον αποδίδουμε μειωτική χροιά στο κάθε τι που ενσαρκώνει την ετερότητα.

Του Ευγένιου Αρανίτση από την στήλη του «ΠΑΡΑΔΟΞΑ», ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (μάλλον το 2008)

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s