Κυνηγώντας το φάντασμα της φωνής*

Του ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗΕΥΓΕΝΙΟ ΑΡΑΝΙΤΣΗ

voice over2 Ας μείνουμε λίγο στο σινεμά. Παραφράζοντας τον Αντερσεν, είχα γράψει κάπου, αν το θυμάμαι σωστά, ότι η κάμερα είναι αυτό το παράξενο πράγμα: ένα κουτί απ’ όπου θα πεταχτεί ένα παιδί και θα φωνάξει ότι ο βασιλιάς είναι ντυμένος.

Καταλαβαίνω σήμερα τι δήλωνε ο στίχος, ερήμην μου, καθώς μου αποκαλύπτεται ότι, αν κάτι είχε γίνει αόρατο στις υπονοούμενες προεκτάσεις εκείνου του πασίγνωστου παραμυθιού, δεν ήταν τα ρούχα του αυτοκράτορα αλλά το ίδιο το αγοράκι.

Ορισμένοι μανιώδεις θεατές κινηματογράφου φοβούνται τις εκρήξεις εξοντωτικής έντασης του dolby surround. Αλλοι φοβούνται τον εγκλεισμό σε υπόγειες αίθουσες που ίσως δεν αντέξουν το βάρος του μπετόν σε περίπτωση σεισμού κι άλλοι την εγκατάσταση, πλάι τους, ενός αγνώστου με τον οποίο πρέπει να μοιραστούν το μπράτσο της πολυθρόνας ως αφορμή αναμέτρησης με τις καχύποπτες επιφυλάξεις που συνοδεύουν την ετερότητα. Τέλος, όλοι σχεδόν φοβούνται τη φρίκη του να φοβάσαι τον ίδιο τον φόβο στις παλιές ταινίες του Κρόνεμπεργκ, ακατάλληλες για καρδιοπαθείς, όπου οι ανατριχίλες αιωρούνται σε περιβάλλοντα εργαστηριακής καθαρότητας σαν προάγγελοι μιας φονικής έκπληξης. Εντούτοις, υπάρχει στο σινεμά ένα μόνον αντικείμενο αληθινά ικανό να προκαλέσει τον τρόμο (ακόμη και αν εκείνοι που τρομάζουν, δηλαδή οι πάντες, έχουν εκπαιδευθεί στο να μην το συνειδητοποιούν) και το αντικείμενο αυτό δεν είναι τίποτα διαφορετικό απ’ το λεγόμενο voice-over ή off-screen voice, φωνή ανεξάρτητη απ’ τους ορατούς ρόλους στην οθόνη ή απλώς φωνή που περιγράφει τη σκέψη κάποιου προσώπου και που ξεπηδάει απ’ το στρατηγείο ενός λανθάνοντος, υπόκωφου alter ego, σιβυλλικού και πιθανόν εκδικητικού.

Η τελευταία είναι επίσης μια ιπτάμενη φωνή, άρα αβαρής, κι ωστόσο βαριά και υποβλητική, μια φωνή αυτονομημένη και αυτοτελής, μη υπόλογη στον ανατομικό ρεαλισμό του ομιλούντος θεάματος, που δεν την έχουν αρθρώσει τα χείλη και που, φυσιολογικά, δεν θα επιτρεπόταν να ενσαρκωθεί εξ αντανακλάσεως (μέσω του πουθενά) στον χώρο της φυσικής ακρόασης. Με δυο λόγια, ο τρόμος προέρχεται απ’ το γεγονός ότι η φωνή αποκόπτεται απ’ την «υλική» ύπαρξη του ήρωα σαν από κείνη την αιωνίως απειλούμενη σχάση της συνείδησής του ή σαν σε έκλυση ψυχωσικού επεισοδίου· η φωνή έρχεται «απ’ έξω», έρχεται να ξυπνήσει τη βαθύτερη απ’ τις ανησυχίες του δυτικού ανθρώπου και, συνάμα, να επιβεβαιώσει τον διχασμό του, τον οποίο στήριζε κάποτε, ενοποιητικά, η θρησκευτική και πολιτισμική του εξοικείωση με τον θεόπνευστο χαρακτήρα του δίπολου ψυχή/σώμα. Η φωνή δεν είναι πλέον ένα πεδίο όπου ο Άλλος (η γλώσσα, οι θεσμοί κ.λπ.) εκφράζεται με τα λόγια σου· η αυτεξούσια φωνή είναι κυριολεκτικά ένας άλλος, είναι ο παρείσακτος που στοιχειώνει τον χώρο σου δανειζόμενος ένα θεμελιακό στοιχείο της ιδιοπροσωπίας σου διά του οποίου, επομένως, εκφέρει έναν οιωνό θανάτου. Εξ ου και ο σταθερά μακάβριος τόνος του voice-over ως φωνής που εκμυστηρεύεται ότι τα όρια του διχασμένου εαυτού τίθενται απ’ τον θάνατο, δηλαδή περνούν από την επίγνωση του ότι είσαι ζωντανός και νεκρός ταυτόχρονα.

Ετσι, κατά κάποιον τρόπο, η φωνή-over θα αφηγηθεί ή θα επεξηγήσει ή θα υπεισέλθει στα καθέκαστα σαν ασώματος συνοδοιπόρος και σχολιαστής των εξελίξεων εγκατεστημένος σ’ ένα ηχείο του κάτω κόσμου ή σε μιαν ενδιάμεση ραδιοφωνική ζώνη κατοικημένη από τα πνεύματα των δαιμόνων, όπως οι σταθμοί εκφώνησης αριθμητικών ακολουθιών στα βραχέα. Είναι γνωστή η εμπειρία εκείνης της δυσάρεστης αποπροσωποποιητικής ταραχής που νιώθει ένα υποκείμενο όταν ακούει, πρώτη φορά, τη φωνή του ηχογραφημένη -τα πρόσωπα μιας ταινίας που η φωνή τους περνάει στη βαθμίδα του voice-over αναπέμπουν στη συνείδησή μας κάτι απ’ τον αποτροπιασμό αυτής της αίσθησης.

Επειτα, ένας ποιητής θα μπορούσε να μας πει ότι έχουμε μπροστά μας το αντίστροφο του θέματος του Ορφέα που κατεβαίνει στον Άδη για να φέρει μαζί του, επιστρέφοντας, την Ευρυδίκη και ο οποίος, αν φανταστούμε πως η νεκρή Ευρυδίκη είναι μια φωνή, αποπειράται ακριβώς να ελευθερώσει αυτή τη φωνή, μιαν Ευρυδίκη που ακούγεται να σπαράζει και να εκλιπαρεί πίσω απ’ την πλάτη του χωρίς εκείνος να τη βλέπει. Ξέρουμε πως ο Ορφέας λυτρώνεται απ’ το αίνιγμα του πένθους διότι έχει, προηγουμένως, κοιτάξει την Ευρυδίκη του στην αλήθεια της, αυτή που εξασφαλίζεται μόνον με την κάθοδο στα δαιδαλώδη γλωσσικά υποστυλώματα του ψυχισμού (=με την ανάγνωση του ασυνειδήτου), οπότε γυρνάει στον επάνω κόσμο αποθεραπευμένος για να εγκαταλείψει στο εξής τη λύρα του, δηλαδή την εξιδανίκευση, μαζί με το αντικείμενό της, την τυραννική παράσταση της γυναίκας: παρομοίως, η φωνή off-screen, ακολουθεί τον θεατή, άνευ του σώματός της, όμως εδώ η εκτόπιση της συγκεκριμένης φιγούρας απ’ την παραγωγή της φωνής διόλου δεν σημαίνει την ωρίμανση του πένθους -απεναντίας συντελείται, νομοθετείται, στο σημείο όπου το πένθος απέτυχε, στο σημείο όπου η κίνηση της ζωής, της ψυχοσωματικής ζωής, επιταχύνεται μέχρις ότου το σώμα αφήνει πίσω του την ψυχή ένεκα αδρανείας, σαν βαμπιρικό κατάλοιπο. Θυμίζω ότι ο όρος «ζόμπι» αντλείται, με τη μεσολάβηση της αϊτιανής διαλέκτου, από τη λέξη «Νζάμπι» των ιθαγενών του Κονγκό, που θα πει το πνεύμα του νεκρού. Οπως μας διδάσκει ο μεταμοντερνισμός, αν μου επιτρέπετε τον αστεϊσμό, δεν υπάρχει τίποτα πιο σωματικό από το πνεύμα! Το voice-over είναι το αντεστραμμένο είδωλο της Ευρυδίκης.

Ή αλλιώς, ο Ορφέας, ως γυμνός αυτοκράτορας αλά Αντερσεν, θα ακούσει την Ευρυδίκη του να φωνάζει αυτό που ο Αλλος (με την προαναφερθείσα, συμβολική έννοια), με μια λέξη ο λαός, το πλήθος που παρακολουθεί την παρέλαση, επικυρώνει ώστε ο μονάρχης να θεραπευτεί απ’ τη φαντασίωσή του.

Το μεγάλο λοιπόν ερώτημα αφορά το αίτιο αυτής της απομάκρυνσης της φωνής απ’ το σώμα, κάτι όχι άσχετο με τη νέκρωση της ψυχής, σίγουρα πανηγυρική αν κρίνουμε απ’ τον μηδενιστικό κυνισμό της μετανεωτερικότητας και την αναπόφευκτη ως εκ τούτου χειραφέτηση του σώματος απ’ τις μύχιες παραστάσεις του, τις οποίες η ίδια εκείνη φωνή αποσιωπά περίπου όπως ο εκφωνητής ενός επικήδειου παραλείπει τα ελαττώματα του πεθαμένου.

Θα κατορθώναμε ίσως να ακολουθήσουμε αυτή τη φωνή ίσαμε την πηγή της άπαξ και συμφωνούσαμε στην παραδοχή ότι, ουσιαστικά, εδώ και μισόν αιώνα, το αμερικάνικο σινεμά διαπραγματεύεται ένα και μοναδικό θέμα, απολύτως αντιπροσωπευτικό του είδους της παρακμής με την οποία είχαν συνδέσει την τύχη τους η χώρα και ο πολιτισμός της: τη συναισθηματική αφωνία. Θα λέγαμε μάλιστα ότι δεν υπάρχει ούτε ένα φιλμ, περιλαμβανομένων των διαστημικών περιπετειών, των πολεμικών δραμάτων, των αστυνομικών θρίλερ ή των παλινδρομήσεων στο γουέστερν, που να μην ξετυλίγεται, έστω εν μέρει, πέριξ του απελπιστικού γεγονός ότι κάποιος αδυνατεί να ξεστομίσει κάποια κρίσιμη, μισολησμονημένη αλήθεια, ανάμνηση ή ομολογία, δηλαδή κάτι που αφορά την ερμηνευτική αποκατάσταση του παρελθόντος. Στο επόμενο θα προσπαθήσω να δείξω ότι η φωνή-over είναι το «υπόλοιπο» αυτής της λογοκρισίας, η φωνή που αποκλείεται απ’ τη σκηνή της γλώσσας και επιστρέφει στοιχειωμένη.

*Από την στήλη «ΠΑΡΑΔΟΞΑ», από το ΕΠΤΑ της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας, 31/10/2010

ΠΗΓΗ: Ελευθεροτυπία

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s