Οικιακή οικονομία του Henry David Thoreau*

 

henry-david-thoreau-john-lautermilch  Σε ένα πρωτόγονο κράτος κάθε οικογένεια έχει και τη στέγη της, πού της αρκεί για τις απαραίτητες ανάγκες. Μα, νομίζω, μιλώ λογικά όταν βεβαιώνω πώς ενώ το κάθε πουλί έχει τη φωλιά του, ή κάθε αλεπού το λαγούμι της και ό κάθε άγριος την καλύβα του, στη σύγχρονη πολιτισμένη κοινωνία ούτε οι  μισές οικογένειες δεν έχουνε δικό τους σπίτι. Στις μεγάλες πόλεις μάλιστα όπου επικρατεί ό πολιτισμός ακόμη πιο χτυπητά, μόνο ένα μικρό μέ­ρος από τους κατοίκους έχουνε δική τους στέγη. Οι υπόλοιποι πληρώνουν χρονιάτικο φόρο γι’ αυτό το εξωτερικό κάλυμμα, πού έχει γίνει πια απαραίτητο χειμώνα – καλοκαίρι. Ό φόρος αυτός θα αρκούσε ν’ αγοράσει κανένας ένα ολόκληρο χωριά Ινδιάνικες καλύβες. Μα τώρα μένουνε φτωχοί για όλη τους τη ζωή. Δε θέλω να επιμείνω εδώ για τα πλεονεκτήματα πού έχουνε τα νοικιασμένα σπίτια σε σύγκριση με την ιδιοκτησία. Μα είναι φανερό πώς ό άγριος έχει δική του στέγη γιατί του κοστίζει τόσο λίγο, ενώ ό πολιτισμένος άνθρωπος νοικιάζει σπίτι για να κατοικήσει γιατί δεν έχει χρήματα αρκετά να φτιάξει δικό του. Και σιγά -σιγά, ούτε να νοικιάσει σπίτι δεν του φτάνουνε τα χρήματα.

Μα με το χρονιάτικο αυτό φόρο, απαντούν, ό φτωχός πολι­τισμένος άνθρωπος ζει σε σπίτι πού είναι παλάτι μπροστά στην καλύβα του άγριου. Ένα χρονιάτικο νοίκι εικοσιπέντε ως εκατό δολάρια του δίνει το δικαίωμα να χαίρεται τα αγαθά των αιώ­νων, μεγάλα δωμάτια με λαδομπογιά και ταπετσαρία, τζάκι τύ­που Ράμφορντ, βενετσιάνικα παντζούρια, μεγάλο κελάρι, χάλκι­νες αντλίες, λουκέτο με σούστα, και πολλά άλλα πράματα. Πώς συμβαίνει όμως εκείνος πού τα χαίρεται όλα αυτά τα πράματα να είναι συνήθως ένας «φτωχός» πολιτισμένος, ενώ ό άγριος πού δεν τα έχει είναι πλούσιος σαν άγριος ; Αν δεχτούμε πώς ο πο­λιτισμός είναι αληθινή πρόοδος για τον άνθρωπο,— και πιστεύω πώς αυτό συμβαίνει, αν και μόνο οι σοφοί καλυτερεύουν   τα πλε­ονεκτήματα πού τους δίνει, —τότε θα πρέπει να αποδείξουμε πώς έφτιαξε   καλύτερες κατοικίες χωρίς να τις κάνει και ακριβότερες. Και το κόστος ενός πράγματος είναι ή ποσότητα αυτού πού ονο­μάζω ζωή και πού απαιτείται για αντάλλαγμα, είτε αμέσως  είτε σιγά – σιγά.   Ένα   μέτριο   σπίτι   σ’ αυτή   τη   γειτονιά   κοστίζει ίσως οχτακόσια δολάρια, και για να συγκεντρώσει αυτό το ποσόν ό γεωργός θα χρειαστεί οχτώ ως δεκαπέντε  χρόνια της ζωής του, και αν ακόμα δεν  έχει οικογενειακά  βάρη —υπολογίζω τη  χρη­ματική αξία της δουλειάς του ανθρώπου ένα δολάριο    την ημέρα· μερικοί βέβαια  κερδίζουνε περισσότερα,  άλλοι  όμως  κερδίζουνε λιγότερα— και  έτσι θα πρέπει να  ξοδέψει περισσότερη  από τη μισή του  ζωή  πριν ν’ αποχτήσει  στέγη.  Αν  πάλι  υποθέσουμε πώς πληρώνει νοίκι, ή διαφορά δεν είναι δικό του κέρδος. Έτσι όπως έχουνε τα πράγματα θα θεωρούσαμε τον άγριο σοφό, αν δε­χότανε ν’ ανταλλάξει την καλύβα του  με παλάτι ;

waldenΦΑΙΝΕΤΑΙ απ’ αυτά πού έγραψα ως εδώ πώς το να έχει κανείς ιδιόκτητη στέγη το θεωρώ πλεονέκτημα. Είναι ένα είδος από­θεμα για το άτομο, ιδιαίτερα για να πληρωθούν απ’ αυτό τα έξοδα της κηδείας του. Ίσως όμως δεν είναι ανάγκη να θάψει ό άνθρω­πος τον εαυτό του. Βέβαια είναι σημαντική ή διαφορά ανάμεσα στον πολιτισμένο και στον άγριο και, χωρίς αμφιβολία, θα έχουνε καλούς σκοπούς όταν οργανώνουν τη ζωή του πολιτισμένου έτσι πού ή ζωή του ατόμου να ξοδεύεται για να διατηρηθεί και να τε­λειοποιηθεί ή ζωή της φυλής. Μα θέλω να δείξω με πόσες θυσίες το καταφέρνουμε αυτό σήμερα και να ιδούμε μαζί αν μπορούμε ίσως να ζήσουμε με όλα τα πλεονεκτήματα χωρίς να έχουμε κα­νένα από τα μειονεκτήματα.

Όταν κοιτάζω τους γείτονες μου, τους γεωργούς της Κόνκορντ, πού είναι το λιγότερο τόσο εύποροι όσο και οι άλλες τά­ξεις, βλέπω πώς οι περισσότεροι κουράζονται είκοσι, τριάντα, σαράντα χρόνια, για να γίνουν οι πραγματικοί ιδιοκτήτες στα αγρόκτημα, πού συνήθως έχουν κληρονομήσει, με υποθήκες ή έχουν αγοράσει με δανεικά, και μπορούμε να θεωρούμε πώς το ένα τρίτο από τους κόπους τους κοστίζει το σπίτι, μα συχνά δεν το έχουν πληρώσει. Ή αλήθεια είναι πώς καμιά φορά, οι υπο­θήκες είναι πιο βαριές από την αξία του κτήματος, έτσι πού το ίδιο το κτήμα γίνεται μεγάλο βάρος, μα και πάλι ό άνθρωπος το κρατάει γιατί, το έχει, όπως λέει, συνηθίσει. Όσους ρώτησα, δε βρέθηκε κανείς να μπορεί να μου ονομάσει μια δωδεκάδα αγρό­τες πού να έχουνε το κτήμα τους ολότελα ξεχρεωμένο. Αν θέ­λετε να μάθετε την Ιστορία αυτών των αγροτικών κατοικιών, ρωτήστε την Τράπεζα πού έχει τις υποθήκες. Ό άνθρωπος πού τις ξεπλήρωσε με τον κόπο του είναι κάτι τόσο σπάνιο, πού όλοι οι γείτονες τον ξέρουνε και τον δείχνουν. Αμφιβάλλω αν υπάρ­χουνε τρεις τέτοιοι άνθρωποι σ’ όλη την Κόνκορντ. Αυτό πού λένε για τους εμπόρους, πώς δηλαδή ένα πολύ μεγάλο ποσοστό, μέχρι ενενήντα εφτά στους εκατό, θα χρεοκοπήσουνε σίγουρα, ισχύει και για τους αγρότες. Οι έμποροι όμως λένε, πολύ σωστά, πολλές φορές δε χρεοκοπούν οικονομικά, δεν μπορούν όμως να ξεπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, και αυτό το ηθικό μέρος είναι πού τσακίζει. Έτσι όμως χειροτερεύει πολύ το ζήτημα. Φαί­νεται δηλαδή πώς ίσως ούτε οι άλλοι τρεις στους εκατό κατάφεραν να σώσουνε την ψυχή τους, παρά είναι ίσως χρεωκοπημένοι κι αυτοί από μια άλλη χειρότερη άποψη από εκείνους πού χρεοκοπούν τίμια. Ή χρεωκοπία και ο διωγμός είναι οι ελαστικές σα­νίδες απ’ οπού πηδάει και κάνει, όπως οι κολυμβητές τούμπες, ό πολιτισμός μας. Ό άγριος όμως στέκεται στη στερεή σανίδα της πείνας. Κάθε χρόνο ή γεωργική έκθεση του Μίντλεσεξ ανοίγει τις πόρτες της με λαμπρότητα, σαν όλα τα τμήματα πού απο­τελούν την αγροτική πραγματικότητα να είναι υγιέστατα.

Ό γεωργός προσπαθεί να λύσει τα προβλήματα της ζωής με τρόπο πιο μπερδεμένο και από τα ίδια τα προβλήματα. Για να αγοράσει κορδόνια για τα παπούτσια του κάνει επιχειρήσεις με κοπάδι ολόκληρο από βόδια. Με μεγάλη τέχνη ετοίμασε την πα­γίδα πού θα του εξασφαλίσει άνεση και ανεξαρτησία και, καθώς γύριζε να φύγει, το ίδιο του το πόδι πιάστηκε! Γι’ αυτόν το λόγο είναι φτωχός. Και για παρόμοιους λόγους είμαστε όλοι φτωχοί, σε σύγκριση με την πολυτέλεια των αγρίων, όσο κι’ αν μας περι­στοιχίζουν όλων των ειδών οι ανέσεις.

Όταν πια ο γεωργός αποχτήσει το σπίτι του, δεν πρόκειται να είναι ούτε πιο φτωχός, ούτε πιο πλούσιος. Θα είναι απλού­στατα ο σκλάβος του σπιτιού του.  Αύτη ήταν μια σοβαρή αντίρ­ρηση, αν θυμάμαι καλά, πού είχε ο Μώμος εναντίον του σπιτιού πού κατασκεύασε μια φορά ή Αθήνα : το ότι δεν το είχε κάνει κινητό, άστε να αποφεύγει κανείς τις κακές γειτονιές! Και σή­μερα ισχύει το ίδιο, γιατί ένα σπίτι είναι περίεργο πράμα. Συχνά δε στεγαζόμαστε μονάχα, παρά κλεινόμαστε μέσα του σα να είμαστε φυλακισμένοι σ’ αυτό. Και ή κακή γειτονιά πού θα έπρεπε να αποφεύγουμε είναι ό ίδιος ο εαυτός μας. Ξέρω τουλάχιστον μια ή δυο οικογένειες σ’ αυτή την πόλη πού, χρόνια πολλά, θέλουν να πουλήσουνε τα σπίτια τους και να μετακομίσουνε σε χωριό, μα δεν τα καταφέρνουνε και μόνο ό θάνατος θα τους ελευθερώσει. Παραδέχομαι πώς οι «περισσότεροι» είναι σε θέση να έχουν ή να νοικιάσουνε ένα σύγχρονο  σπίτι  με όλες του τις ανέσεις. Ενώ όμως ο πολιτισμός καλυτερεύει τα   σπίτια, δεν   καλυτερεύει δυστυχώς και τους ανθρώπους πού τα κατοικούν. Έχει δημιουρ­γήσει παλάτια μα δε στάθηκε εύκολο να   δημιουργήσει   ευγενείς και βασιλιάδες. Και αν οι σκοποί και τα όνειρα  του πολιτισμένου ανθρώπου δεν είναι ανώτερα από του άγριου, αν χρησιμοποιεί το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του για να αποχτάει μόνο τα ολό­τελα αναγκαία και τις ανέσεις του, τότε γιατί να έχει καλύτερη κατοικία από την καλύβα του  αγρίου ;

ThoreauQuote354Οι «άλλοι» όμως, πώς τα περνούν ; Ίσως ένα μέρος είναι σε καλύτερη μοίρα από τον άγριο, ένα άλλο όμως μέρος έχει πέσει πολύ πιο χαμηλά. Η πολυτέλεια της μιας τάξης είναι όση και ή φτώχεια της άλλης. Από τη μια μεριά το παλάτι και από την άλλη το φτωχοκομείο. Τα εκατομμύρια οι άνθρωποι πού έχτισαν τις πυραμίδες για να στεγάσουνε τα νεκρά κουφάρια των Φαραώ ζούσανε με σκόρδα και ίσως-ίσως δε θάφτηκαν όταν πεθάνανε. Ό χτίστης πού τελειώνει τη βεράντα του παλατιού, γυρίζει το βράδυ σε μια καλύβα χειρότερη από τις καλύβες των Ινδιάνων. Είναι σφάλμα να υποθέσουμε πώς σε μια χώρα οπού υπάρχουνε τα συνηθισμένα σημάδια πολιτισμού, οι περισσότεροι από τους κατοίκους δεν είναι σε χειρότερη μοίρα από τους άγριους. Και μιλώ για τους εξαθλιωμένους φτωχούς και όχι για τους εκφυ­λισμένους πλούσιους αυτή τη στιγμή. Για να φέρω παράδειγμα, δεν είναι ανάγκη να γυρίσω να κοιτάξω πιο μακριά από τις κα­λύβες πού είναι κοντά στους σιδηροδρόμους, κοντά στο τελευταίο θαύμα του πολιτισμού μας. Εκεί βλέπω, όταν πηγαίνω περί­πατο, τους συνανθρώπους μου να ζουν σαν τα γουρούνια και να περνούν όλο το χειμώνα με ανοιχτή πόρτα για να μπαίνει μέσα λίγο φως και άδικα θα ψάξεις να ιδείς καμιά στοίβα ξύλα, είτε έξω είτε κρυμμένη πάρα μέσα. Τα σώματα νέων και γέρων είναι διπλωμένα από τη συνήθεια να ζαρώνουν από το κρύο και τη μιζέρια τους, και έτσι εμποδίζεται ή σωστή ανάπτυξη των με­λών τους. Είναι δίκαιο να προσέχει κανείς την τάξη αυτή πού δου­λεύει και φτιάνει τα έργα πού δοξάζουνε τη γενιά μας. Αύτη ή ιδία κατάσταση είναι και στην Αγγλία. Θα μπορούσα να σας μεταφέρω και στην Ιρλανδία, πού σημειώνεται στο χάρτη σαν ένα από τα πολιτισμένα μέρη του πλανήτη μας. Συγκρίνετε την κατά­σταση των Ιρλανδών με την κατάσταση του Ινδιάνου της Βό­ρειας Αμερικής ή με την κατάσταση του άγριου κατοίκου των νησιών στη Νότια Θάλασσα, ή με την κατάσταση οποιασδή­ποτε άλλης άγριας φυλής, πριν να μολυνθεί από την επαφή της με τον πολιτισμένο άνθρωπο. Κι’ όμως είμαι βέβαιος πώς οι αρχηγοί τους δεν είναι πολύ διαφορετικοί από τους δικούς μας κυβερνήτες. Ή κατάσταση των Ιρλανδών δείχνει μονάχα πόσο φοβερό είναι το να εξαθλιώνονται άνθρωποι μέσα στον πολι­τισμό. Και δε μιλώ αυτή τη στιγμή για το γεωργό στις Νότιες Πολιτείες, πού παράγει τα βασικά προϊόντα αυτής της χώρας και είναι ό ίδιος ένα.-βασικό προϊόν του Νότου. Περιορίζομαι μόνο σ’ αυτούς πού ζούνε μια μέτρια, όπως λέμε, ζωή.

ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ άνθρωποι δεν κάθισαν ποτέ να σκεφτούνε τί σημαίνει πραγματικά «ένα σπίτι» και υποφέρουν πάμπτωχοι σ’ όλη τους τη ζωή, άδικα, για να αποχτήσουν ένα σπίτι ίδιο με του διπλανού τους. Σα να ήταν να φοράει κανείς ότι είδος ρούχα του ετοιμάζει ό ράφτης, ή   να αφήσει σιγά – σιγά τα φύλλα της φοινικιάς πού φορούσε στο κεφάλι και να παραπονιέται γιατί δεν έχει χρήματα ν’ αγοράσει κορόνα! Είναι πολύ εύκολα να   φτιά­χνουμε σπίτια πού κανείς δε θα μπορεί πια ν’ αγοράζει. Μα πόσον καιρό  ακόμα  θα  προσπαθούμε  να  αποχτούμε περισσότερα, αντί να προσπαθούμε να βολευόμαστε με λιγότερα; Ό σεβάσμιος πο­λίτης θα διδάσκει όλα τα χρόνια της ζωής του τους νέους να αγοράζουν πολλά ζευγάρια γαλότσες,  άπειρες   ομπρέλες   και ανα­ρίθμητα άδεια δωμάτια για τους επισκέπτες του σπιτιού ; Γιατί να μην είναι τα έπιπλα μας απλά σαν των Ινδιάνων ή των Αρά­βων ; Όταν συλλογίζομαι   τους μεγάλους δασκάλους της ανθρω­πότητας πού τους αποθεώνουμε σαν απεσταλμένους του ουρανού, δε θυμάμαι να έσερναν ποτέ  πίσω τους κάρα με έπιπλα. Και τί θα συνέβαινε αν παραδεχόμουνα να έχουμε περισσότερες ανέσεις όσο είμαστε ανώτεροι τους ψυχικά και πνευματικά ; Σήμερα τα σπίτια μας είναι γεμάτα έπιπλα και μια καλή νοικοκυρά πρέπει να περνάει όλο της το πρωινό για να τα ξεσκονίζει. Κι’ αυτό το λένε πρωινή εργασία! Σά ροδοκοκκινίζει ή Αυγή και με τη μουσική του Μέμνονα, αυτή είναι ή εργασία πού θα έπρεπε να κάνουνε πρωί-πρωί οι άνθρωποι σ’ αυτό τον κόσμο ; Είχα τρία κομμάτια ασβεστόλιθο στο γραφείο μου, μα τρόμαξα όταν ανακάλυψα πώς έπρεπε να τα ξεσκονίζω κάθε μέρα, ενώ ή επίπλωση του κεφα­λιού μου ήταν ακόμα αξεσκόνιστη, και τα πέταξα έξω από το παράθυρο άγαναχτισμένος. Πώς να έχω λοιπόν επιπλωμένο σπίτι ; Προτιμώ να κάθουμαι στο ύπαιθρο, γιατί το χορτάρι δε μαζεύει σκόνη, εκτός αν υπάρχει καλλιεργημένη γη εκεί κοντά.

Αυτοί πού αγαπούν την πολυτέλεια, αυτοί είναι πού καθο­ρίζουν τους κανόνες, και το κοπάδι ακολουθεί υπάκουα. Ό ταξι­διώτης πού μένει στα καλύτερα ξενοδοχεία γρήγορα το μαθαίνει αυτό, γιατί τον παίρνουνε για το Σαρδανάπαλο και αν υποταχθεί στις τρυφερές τους περιποιήσεις, γρήγορα θα μείνει απένταρος. Νομίζω πώς μέσα στο σιδηρόδρομο έχουμε την τάση να ξοδεύουμε περισσότερα για την πολυτέλεια παρά για την ασφάλεια και άνε­ση μας και έτσι όπως πάμε θα μιμηθούμε και εκεί αυτό πού γίνεται στα σαλόνια μας, με τα ντιβάνια και τα μαξιλάρια και τα αμπαζούρ, και. χίλια άλλα ανατολίτικα πράματα, πού κουβαλή­σαμε μαζί μας στη Δύση και πού είχαν εφευρεθεί για τις χανούμισσες στα χαρέμια και για τους θηλυπρεπείς κατοίκους της Ουράνιας Αυτοκρατορίας, πού ο Ιωνάθαν θα ντρεπότανε και τα ονόματα τους να ξέρει. Θα προτιμούσα να κάθομαι επάνω σε μια κολοκύθα πού να μου ανήκει, παρά να μοιράζομαι ένα βελούδινο μαξιλάρι με άλλους. Θα προτιμούσα να κυκλοφορώ με βοϊδάμαξα στη γη, παρά να πάω στον ουρανό με πολυτελές εκ­δρομικό βαγόνι και να έχω σ’ όλο το δρόμο τον κίνδυνο ν’ αρπάξω ελονοσία.

Η απλή και πρωτόγονη ζωή του προϊστορικού ανθρώπου είχε τουλάχιστον αυτό το πλεονέκτημα, πώς ήταν σε στενή επαφή με τη φύση. Μόλις ξεκουραζόταν και έπινε κι’ έτρωγε, σηκωνό­τανε να συνεχίσει την περιπλάνηση του. Κατοικούσε, όπως θα λέγαμε, έχοντας για στέγη τον ουρανό και μπορούσε να περνάει τις πεδιάδες και να σκαρφαλώνει ελεύθερος στα βουνά. Αλίμονο όμως, οι, άνθρωποι εξαρτώνται τώρα απ τα εργαλεία τους. Ό άνθρωπος πού μάζευε ανεξάρτητος τους καρπούς όταν πεινούσε, έγινε αγρότης κι’ εκείνος πού ζητούσε καταφύγιο κάτω από δέν­τρο έγινε νοικοκύρης. Δε στήνουμε πια το βράδυ τις σκηνές μας, παρά ριζώσαμε στη γη και ξεχάσαμε τον ουρανό. Υιοθετήσαμε το Χριστιανισμό σαν ένα τρόπο αγρό-καλλιέργειας. Χτίσαμε για τούτο τον κόσμο ένα οικογενειακό σπίτι και για τον άλλο ένα οικογενειακό τάφο. Τα καλύτερα έργα τέχνης είναι εκείνα πού εκφράζουνε τον αγώνα πού κάνει ό άνθρωπος για να ελευθερωθεί, μα το αποτέλεσμα είναι να ανεχόμαστε τη χαμηλή μας θέση και να ξεχνούμε την ανώτερη. Σ’ αυτό το χωριό δεν υπάρχει πραγμα­τική θέση-για έργο τέχνης —αν κανένα έφτανε ως εμάς— γιατί τα σπίτια μας, ή ζωή μας, οι δρόμοι μας δεν έχουνε να του προσφέ­ρουν ωραία βάση. Δεν υπάρχει, θα έλεγα, καρφί για να κρεμάσουνε  μια εικόνα, ούτε ράφι για να δεχτεί το άγαλμα ήρωα ή αγίου. Όταν συλλογίζομαι πώς είναι χτισμένα τα σπίτια μας, και πως πληρώθηκαν, αν πληρώθηκαν, και πώς διατηρείται και συνεχί­ζεται ή εσωτερική τους οικονομία, απορώ πώς έτσι, καθώς κάθεται ο επισκέπτης και θαυμάζει τα διάφορα πράματα πού το έχουμε γεμίσει, πώς δεν υποχωρεί το πάτωμα να τον γκρεμίσει στο κελάρι, σε γερά και τίμια —όσο κι’ αν είναι χωματένια— θεμέλια. Βλέπω τους κόπους πού χρειάζεται μια πλούσια και ραφι­ναρισμένη ζωή και δεν μπορώ να χαρώ την αισθητική της ομορ­φιά, όσο συλλογίζομαι πόσο στοίχισε. Χωρίς υποστήριγμα ό άν­θρωπος δεν αντέχει στις απαιτήσεις αυτές. Ή πρώτη ερώτηση πού μου έρχεται να κάνω σ’ αυτούς πού έχουν στην ιδιοκτησία τους όλα αυτά τα άχαρα πράματα είναι : Ποιος σας υποστηρίζει ; Είσαστε ένας από τους ενενήντα εφτά πού πέφτουν, ή ένας από τους τρεις πού πετυχαίνουν ; Απαντήστε μου σ αυτά κι’ υστέρα μπορεί να βρω τον καιρό να κοιτάξω τα κομψοτεχνήματα σας, και να τα βρω και όμορφα. Το κάρο όταν μπει μπροστά από το άλογο δεν είναι ούτε χρήσιμο ούτε ωραίο. Πριν να στολίσουμε τα σπίτια μας με ωραία αντικείμενα, οι τοίχοι πρέπει να γυμνωθούν και οι ζωές μας να γκρεμιστούν για να βάλουμε θεμέλια γερά και, για τα δυο.

Τώρα, το όμορφο βρίσκεται μόνο στο ύπαιθρο, όπου δεν υπάρχουν σπίτια και δεν υπάρχουν νοικοκυραίοι…

Και λίγο παρακάτω:

…Ένας νεαρός γνωστός μου πού κληρονόμησε μερικά στρέμ­ματα γη, μου είπε πώς θα ζούσε όπως εγώ αν «είχε τα μέσα». Δε θα ήθελα κανένας να μιμηθεί τον τρόπο πού ζω εγώ γιατί θέλω στον κόσμο να υπάρχουν όσο γίνεται διαφορετικοί άνθρωποι. Μα θα ήθελα ό καθένας να βρει τον τρόπο πού του ταιριάζει κα­λύτερα, και όχι να ακολουθεί τυφλά τον τρόπο ζωής του πατέρα του, της μητέρας του ή του γείτονα. Ό νέος ας φυτεύει, ας τα­ξιδεύει, ας χτίζει, φτάνει να μην εμποδίζεται από το να κάνει εκείνο πού λέει πώς θέλει να κάνει. Δεν έχει σημασία αν θα φτά­σουμε στο λιμάνι μας γρήγορα ή αργά, σημασία έχει αν ακολου­θούμε το σωστό δρόμο.

 

*Το κείμενο αυτό είναι από το βιβλίο του Henry David Thoreau, ΟΥΩΛΝΤΕΝ (σελ.34 – 41, 67) που κυκλοφορεί από την εκδ. ΔΙΕΘΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ σε μετάφραση της Ι.Ζαχαράκη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s