Η σχηματοκρατία ως πρόβλημα*

του Βασίλη Καραποστόληvassiliskarapostolis_thumb

Standardized Test Multiple ChoiceΈνα από τα πιο χτυπητά χαρακτηριστικά πολλών συζητήσεων για την ελληνική κοινωνία είναι ότι θέτουν στο περιθώριο τα πρωτογενή στοιχεία της εμπειρίας. Ό,τι προσφέρεται άμεσα στην παρατήρηση για επεξεργασία και ανασκευή απωθείται· αυτά που συμβαίνουν είναι οφθαλμαπάτες. Για να γίνουν δεκτά ως φαινόμενα, πρέπει πρώτα η θεωρία να απογειωθεί για να συναντήσει τα σχήματά της. Τόσο συστηματικά απομακρύνεται η σκέψη από τα οικεία δεδομένα, που μπαίνει κανείς στον πειρασμό να σκεφτεί μήπως γίνεται για να απαλλαγεί απ’ αυτά, μήπως το συγκεκριμένο παραγράφεται για λόγους αντιπερισπασμού.

Φαίνεται πως είναι απαραίτητο να συμπιεστεί η ζωή των ατόμων και των ομάδων μέσα σε υπερ-σύνολα στα οποία αντιστοιχούν υπερ-ιδέες. Σ’ αυτή τη μικρή χώρα διεξήχθηκαν γιγαντομαχίες πάνω από τα κεφάλια μας. Συγκρούστηκαν ιδέες για λογαριασμό ανθρώπων, παρά άνθρωποι με ιδέες και αισθήματα σε συμφωνία ή ακόμη και σε αντίθεση με τα συμφέροντά τους. Όμως οι όψεις της υποκειμενικής ζωής δεν μπορούσαν να έχουν σχέση με τις αναμετρήσεις ανάμεσα σε ουσίες. Η υποκειμενικότητα ενοχλεί επειδή ανακαλεί μια κοινωνία καταρρακωμένη από αυθαιρεσίες. Από αδυναμία να δει το υποκείμενο μέσα στην κοινωνία, ο τυπικός ερευνητής θα το τοποθετήσει αξιωματικά έξω για να του επιρρίψει τη ρευστότητα μιας ολόκληρης κοινωνίας· αυτή τη ρευστότητα όμως -κι εδώ είναι η αντίφαση- θα θελήσει έπειτα να την αναλύσει «εντελώς» αντικειμενικά. Στο τέλος, υποκείμενο και αντικείμενα, άτομα και σύνολα εξαφανίζονται μέσα στα σχήματα απλών αναγωγών. Έχει φτάσει η ώρα της ιδεοκρατίας. Θα την υπηρετήσουν τάσεις διαφορετικές ή αντίπαλες. Έτσι, παρά τις διαφορές τους ως προς το τι είναι αιτία και τι αποτέλεσμα στα κοινωνικά φαινόμενα, μαρξιστικές, εθνοκεντρικές ή νεώτερες λειτουργιστικές μελέτες, κατά κανόνα αγνόησαν τις σημασίες. Επιμένοντας στη ζεύξη αιτιών και αποτελεσμάτων τις είδαν σαν ενδιάμεσα ψυχολογικά παράγωγα. Ό,τι εκδηλωνόταν με ένα νόημα που χρειαζόταν να εξακριβωθεί με μια αρχική προσήλωση σ’ αυτό ακριβώς που εμφάνιζε, έμοιαζε με αποτέλεσμα, με κάτι πάρα πολύ κοντινό από το οποίο θα έπρεπε να αναχθεί κανείς στη μακρινή αιτία, στην απώτατη εξήγηση.

Τα στοιχεία της εμπειρίας υποτάσσονται, έτσι, σε έννοιες που τα προκαθορίζουν. Ό,τι παρουσιαστεί π.χ. ως έκφραση του θρησκευτικού αισθήματος θα θεωρηθεί υποπερίπτωση, εξαίρεση ή μετατροπή της ακέραιης ιδέας περί «ορθοδοξίας», ό,τι παρουσιαστεί ως έκφραση της εθνικής ή λαϊκής συνείδησης θα θεωρηθεί μέρος της γενικότητας: «έθνος» ή «λαός», χωρίς και στις δύο περιπτώσεις να διευρύνεται από την παρατήρηση του μερικού το περιεχόμενο του γενικού. Σε όλους τους τομείς η ανθρώπινη δράση προκαλεί ένα είδος αιφνιδιασμού. Σε αρκετούς φάνηκε πως μόνη διέξοδος ήταν η ακόμη πιο στενή προσκόλληση στην Κοινωνία, το Έθνος, την Ανατολή ή τη Δύση, σ΄αυτές τις έννοιες με κεφαλαία που προδιαγράφουν τη δράση και επιβάλλουν στα πράγματα τη συνοχή που τους λείπει.

Ας παραβάλλουμε τώρα αυτές τις θεωρητικές στάσεις με δύο κύριες στάσεις που υπαγορεύει η κοινή εμπειρία στη νεώτερη Ελλάδα. Πρόκειται πρώτα για τη δυσπιστία σε ό,τι έχει θεσπιστεί (νόμους, διατάξεις, επίσημες ρυθμίσεις), σε ό,τι θα έπρεπε να γίνεται δεκτό όπως έχει, δίχως περαιτέρω διερώτηση· τα προριζόμενα να ισχύουν ορίζονται κατ’ αρχήν ως δεκτικά αναιρέσεως. Πρόκειται έπειτα, για ένα είδος καθημερινού πραξικοπηματισμού. Αφού ελάχιστα είναι αυτά που φαίνεται ότι θα ισχύσουν αμετάβλητα, το μόνο που μένει είναι οι ακαριαίες επεμβάσεις, οι μικρές βιαιότητες, η ανάληψη πρωτοβουλιών της στιγμής. Πλάγια, σιωπηρά, ή μέσα από μια διαδεδομένη συνθηματική γλώσσα -που για τους ειδικούς αποκρυπτογράφους εξακολουθεί να είναι ακατάληπτη, αλλά για τους υπόλοιπους απόλυτα επαρκής για να κυκλοφορήσουν οι πληροφορίες και να ανταλλαγούν τα νοήματα- στο τέλος αποκαθίσταται μια ορισμένη τάξη μέσα στην αταξία. Είναι μια τάξη ανάγκης: κάποια στοιχεία πρέπει να είναι αξιόπιστα, κάποιες βεβαιότητες να μη διαψεύδονται. Τα μέλη αυτής της άτυπης κοινωνίας μαθαίνουν πως να τη χειρίζονται άτυπα, το «όπως-όπως» γίνεται λειτουργικός κανόνας. Όμως η εξηγητική μπροστά σε όλα αυτά τα χάνει. Από που θα αρχίσει για να βάλει τάξη, πως θα βρει τις αιτιώδεις σχέσεις, που θα εντοπίσει τις επαναλήψεις και τις περιοδικότητες, ώστε να συντάξει τις υποθέσεις της και να προβεί σε ελέγχους;

Αυτή ακριβώς η αμηχανία φανερώνει τις αντιστοιχίες ανάμεσα στην εμπειρία και τη σκέψη καθώς και την τάση της δεύτερης να παρακάμψει την πρώτη. Η θεωρητική εμμονή στον εξηγητισμό και στην αποκάλυψη του μείζονος αντιστοιχεί στην καθημερινή επιφύλαξη απέναντι στα εμφαινόμενα και στα ύποπτα ελάσσονα, ενώ η έμφαση στους ιστορικούς νόμους (ή στα πεπρωμένα της φυλής) αντιστοιχεί στην πραξικοπηματική πρακτική. Η σκέψη ανταποκρίνεται στην εμπειρία, με τη διαφορά πως αντί να την ερμηνεύει, θέλει να την καταργήσει, να γίνει το οριστικό της αντιστάθμισμα. Γι’ αυτό και δεν έχει την υπομονή να διορθώνει, να αλλάζει θέσεις, να αξιοποιεί δευτερεύουσες πηγές, να είναι με δυο λόγια δημιουργική. Το αποτέλεσμα ήταν να μην εισδύσει η συζήτηση για τον νεοελληνικό πολιτισμό μέσα στις αξίες και τα κίνητρα, μέσα σε ό,τι τα άτομα και οι ομάδες αντιλαμβάνονται ως αυθεντικό ή κίβδηλο, επιτρεπτό ή απαγορευμένο. Κι όσο για την άλλη ατέρμονη συζήτηση γύρω από τη γλώσσα αυτή συνέχισε να περιστρέφεται γύρω από το τι οφείλει να είναι η γλώσσα, το πως πρέπει να γράφεται και μιλιέται, και όχι για το πως γράφεται και μιλιέται πραγματικά, κάτω από ποιες συνθήκες κι από ποιους. Αντί για μια πραγματολογία της γλώσσας που θα απέδιδε στους ομιλητές και στις επιδιώξεις τους αυτά που λένε, κυριάρχησε η μονότονη αναφορά στην προέλευσή της, στα δέοντα της σύνταξης και της γραμματικής, στα ιδεολογικά υπονοούμενα της κάθε άποψης.

Γέννημα της αποσπασματικής εμπειρίας, η σκέψη θα αρνηθεί την καταγωγή της μ’ έναν τρόπο που φανερώνει πως κατατρύχεται απ’ αυτήν. Παρ’ όλα αυτά, η διανόηση δεν θα πάψει να ζητά την παρέμβαση. Αν και συχνά σε ελάχιστη επαφή με τις ιδιομορφίες του κοινωνικού και πολιτικού βίου, θα θελήσει να παίξει ένα ρόλο, να γίνει θεσμοθέτης. Αποδιωγμένη, δυσαρεστημένη, υπέταξε αρκετές φορές αυτά που τη δυσαρέστησαν σ’ ένα σχήμα, βρήκε μια οριστική εξήγηση για την κακοδαιμονία, αφού ανέτρεξε στο παρελθόν και το εξέτεινε στο μέλλον. Κι έπειτα υπέδειξε τα «αναγκαία μέτρα». Πολλοί  ήταν οι διανοούμενοι που προτείνοντας μέτρα προς το κράτος θεωρούσαν, και εξακολουθούν να θεωρούν, πως εκεί βρίσκει τη δικαίωσή της η εργασία τους ή πως έτσι διακόπτεται ο παραγκωνισμός τους. Σπάνια όμως θα παραδεχτούν πως η σχέση με την εξουσία μετατοπίζει τη θέση τους και επιδρά στις προτεραιότητές τους· και σχεδόν ποτέ δεν θα εισαγάγουν την περιπλοκή αυτή στην ίδια τους την εργασία. Αυτά είναι λεπτομέρειες. Ένα ενδιαφέρει: οι απαστράπτουσες ιδέες να τύχουν εφαρμογής.

*Το κείμενο αυτό είναι από το βιβλίο “Προς το παρόν, Κείμενα για τα σύγχρονα ήθη”  του Βασίλη Καραποστόλη και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΛΕΘΡΟΝ(1989).

Σημ.:Το πρωτότυπο κείμενο είναι γραμμένο στο πολυτονικό.

ούμενοι

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s