Αφύπνιση

Από τον ΕΥΓΕΝΙΟ ΑΡΑΝΙΤΣΗΕΥΓΕΝΙΟ ΑΡΑΝΙΤΣΗ

editorialΔιασκεδαστικό είναι να ακούει κανείς τον Μάκη Βορίδη καθώς εξηγεί, με τη μεγαλοπρέπεια της αυθεντίας, τις αιτίες για τις οποίες η κυβέρνηση αμέλησε, λέει, να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της φασιστικής ακροδεξιάς εν τη γενέσει.

Αναφέρθηκε σε χειρισμούς στρατηγικού περιεχομένου με νομικό πρόσημο, υπογραμμίζοντας ότι τα μέχρι πρότινος αδικήματα εντοπίζονταν στη βαθμίδα του πλημμελήματος και, ως εκ τούτου, οι κυρώσεις θα ήταν απλώς συμβολικές. Άφησε να εννοηθεί ότι τα αδικήματα, πέραν των ενίοτε αιματηρών μεμονωμένων επεισοδίων, εξαντλούνταν ως επί το πλείστον σε φραστικές επιθέσεις εντός και εκτός Βουλής και σε ποικίλα κρούσματα προκλητικής διαγωγής σε επίπεδο ύφους και ήθους. Απ’ αυτά, είπε, το πολιτικό σύστημα, και χωρίς επομένως τη δυνατότητα να στοιχειοθετήσει νομικά την αντίδραση απέναντι σε κάτι που, τώρα πια, μπορούσε να θεωρηθεί δραστηριότητα εγκληματικής οργάνωσης, δεν ήταν σε θέση να αντλήσει επιχειρήματα για έναν ριζικό περιορισμό του φαινομένου. Μη μου πεις!

Μας παραπέμπουν δηλαδή, ακόμη μια φορά, στο παμπάλαιο ερώτημα σχετικά με το εάν και κατά πόσον ο λόγος συνιστά πράξη, ενώ διόλου δεν προϋποτίθεται να είναι κανείς φιλόσοφος για να αντιληφθεί ότι η εμπράγματη βαρύτητα εκείνου που εκάστοτε λέγεται ισχύει αυτονοήτως στη σκηνή των ρεαλιστικών συνεπειών. Εξάλλου, η Ιστορία βρίθει παραδειγμάτων που δείχνουν πως οι συνέπειες του λέγειν ήταν συχνά καταλυτικές – αμέτρητοι άνθρωποι διακινδύνευσαν τη ζωή τους, και αρκετοί την έχασαν, μόνον και μόνον επειδή πρόφεραν ένα «ναι» ή ένα «όχι», που εν τέλει κόστισε ακριβότερα από οιανδήποτε πράξη. Εδώ που τα λέμε, η Γη δεν θα κινούνταν γύρω απ’ τον Ηλιο αν δεν το είχε πει ο Γαλιλαίος.

Ετσι, η δικαιολογία ότι η κυβέρνηση περίμενε, υποχρεωτικά, με τα χέρια δεμένα μέχρις ότου τα μέλη του ναζιστικού κόμματος προχωρήσουν σε δολοφονίες, απευθύνεται σε νήπια. Αν τα λόγια έπρεπε να μένουν ατιμώρητα, τότε, αντίστροφα, η ετυμηγορία του δικαστηρίου δεν θα έπρεπε να επιβάλλεται στην πράξη. Ηδη το υπάρχον νομικό σύστημα προβλέπει ποινική μεταχείριση ατόμων που προτρέπουν και παρακινούν τους άλλους σε κολάσιμες συμπεριφορές, και η αύρα της εγκληματικότητας ήταν και παραήταν αισθητή στη ρητορική του φασιστικού μετώπου προ πολλού. Ναι μεν εκείνο που δεν τιμωρείται είναι η σιωπηρή πρόθεση («η σκέψη δεν δικάζεται»), όμως ο λόγος δεν είναι κατά καμίαν έννοια άνευ συνεπειών, αλλιώς η ψευδορκία, φέρ’ ειπείν, δεν θα αποτελούσε αδίκημα.

Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση μαγείρευε και μαγείρευε ώσπου το φαΐ κάηκε. Τώρα θα σερβίρουν φαγητό της ώρας.

ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s