«Ο ΧΡΥΣΟΣ ΑΙΩΝΑΣ»*

του Φίοντορ ΝτοστογιέφσκιDostoevsky

Claude_Lorrain_-_Landscape_with_Acis_and_Galatea_-_Google_Art_Project…Ο Βερσίλοβ χαμογέλασε.

-Φίλε Αρκάντη, τώρα η ψυχή μου βρίσκεται σε κατάνυξη και το πνεύμα μου σε έξαρση. Δε θα ξεχάσω ποτέ τις πρώτες μου στιγμές τότε, στην Ευρώπη. Έζησα και πρωτύτερα στην Ευρώπη, μα κείνη η εποχή ήταν εξαιρετική, και ποτέ πριν δεν πέρασα τα σύνορά της με μια τέτοια απαρηγόρητη θλίψη και… με τέτοια αγάπη, όπως κείνον τον καιρό. Θα σου διηγηθώ μια απ’ τις πρώτες εντυπώσεις μου, ένα αλλοτινό μου όνειρο, πραγματικό όνειρο. Ήμουν ακόμα στη Γερμανία. Μόλις είχα ξεκινήσει απ’ τη Δρέσδη κι από αφηρημάδα, δεν κατέβηκα στο σταθμό όπου θα έπρεπε να αλλάξω τρένο, σε αντίθετη κατεύθυνση. Στον επόμενο σταθμό με κατέβασαν αμέσως. Ήταν η ώρα τρεις το μεσημέρι. Η μέρα φωτεινή.

Βρισκόμουν σε μια μικρή γερμανικήγ πολιτεία. Μου έδειξαν κάποιο ξενοδοχείο. Ήμουν υποχρεωμένος να περιμένω. Το επόμενο τρένο θα περνούσε στις έντεκα τη νύχτα. Η περιπέτεια μάλλον με διασκέδαζε, γιατί, πραγματικά, πουθενά δε βιαζόμουν να φτάσω. Περιπλανιόμουν, φίλε μου, περιπλανιόμουν. Το ξενοδοχείο ήταν της κακής ώρας και μικρό, μα χανόταν μέσα στις πρασινάδες και στα λουλούδια, όπως συνηθίζουν οι Γερμανοί. Μου έδωσαν ένα στενάχωρο δωματιάκι, και καθώς ήμουν κατάκοπος, αποκοιμήθηκα μόλις γευμάτισα, κατά τις τέσσερις το απόγευμα.

Είδα ένα όνειρο εντελώς ανέλπιστο για μένα, γιατί ποτέ δεν είχα ξαναδεί παρόμοιο.

Στη Δρέσδη, στην Πινακοθήκη, υπάρχει ένας πίνακας του Κλωντ Λοραίν “Ο Άκις κι η Γαλάτεια”, που πάντοτε τον ονόμαζα «Ο Χρυσός Αιώνας», δεν ξέρω γιατί. Τον είχα δει και πρωτύτερα, μα και τώρα, πριν από τρείς μέρες, περαστικός από τη Δρέσδη, επισκέφτηκα την Πινακοθήκη και τον είδα πάλι.

Αυτόν τον πίνακα είδα στ’ όνειρό μου, μα όχι πια σαν εικόνα, παρά σαν κάποιο μύθο. Άλλωστε δεν ξέρω τι ακριβώς ονειρεύτηκα: είδα, όπως απαράλλαχτα ήταν στην εικόνα, μια γωνίτσα απ’ το ελληνικό αρχιπέλαγος και ταυτόχρονα σάμπως η εποχή να μεταφέρθηκε τρεις χιλιάδες χρόνια πίσω. Γαλάζια, χαρούμενα κυματάκια, νησιά και βράχια, ανθισμένα ακρογιάλια, μαγευτικά πανοράματα στο βάθος, ένας ήλιος, που καθώς βασίλευε, ήταν σαν να με καλούσε κοντά του. Μ’ άλλα λόγια κάτι ασύλληπτο, κάτι που δε λέγεται με λέξεις. Ήταν σαν μια ανάμνηση της κοιτίδας της ευρωπαϊκής ανθρωπότητας… Κι η σκέψη αυτή γέμισε την ψυχή μου με κάποια συγγενική αγάπη. Εδώ βρισκόταν ο επίγειος παράδεισος της ανθρωπότητας: οι θεοί κατέβαιναν απ’ τους ουρανούς και συγγένευαν με τους ανθρώπους. Ω, κει πέρα κατοικούσαν υπέροχοι άνθρωποι! Ξυπνούσαν κι αποκοιμιόνταν ευτυχισμένοι και αγνοί κι οι πεδιάδες και τα άλση γέμιζαν από τα τραγούδια τους και τις χαρούμενες κραυγές τους. Κι οι ξέχειλες ατόφιες δυνάμεις τους ξοδεύονταν στην αγάπη και στην αθώα χαρά. Ο ήλιος τους έλουζε με τη ζεστασιά και το φως του, καμαρώνοντας τα πανώρια του παιδιά… Θαυμάσιο όνειρο. Υψηλή πλάνη της ανθρωπότητας! Ο Χρυσός Αιώνας, -είναι ένα ονειροπόλημα από τα πιο απίθανα, που γι’ αυτό οι άνθρωποι θυσίαζαν όλη τους τη ζωή κι όλες τους τις δυνάμεις, που γι’ αυτό πέθαιναν και σκοτώνονταν οι προφήτες, που χωρίς αυτό οι λαοί δε θέλουν να ζήσουν, μα ούτε και να πεθάνουν μπορούν! Κι όλα αυτά τα συναισθήματα ήταν, σαν να τα ζούσα στο όνειρο αυτό. Τους βράχους και τη θάλασσα και τις λοξές αχτίδες, που βασίλευε -όλ’ αυτά, σαν να εξακολουθούσα να τα βλέπω όταν ξύπνησα κι άνοιξα τα μάτια μου, που ήταν βρεγμένα απ’ τα δάκρυα. Θυμάμαι, πως ήμουν όλο χαρά. Το συναίσθημα κάποιας ευτυχίας, που μου ήταν ακόμα άγνωστη, διαπέρασε την ψυχή μου σε βαθμό, που να μου προξενήσει πόνο. Ήταν η πανανθρώπινη αγάπη, αυτό.

Είχε πια βραδιάσει. Απ’ το παράθυρο, του μικρού μου δωματίου, μέσα απ’ την πρασινάδα των λουλουδιών, που βρίσκοταν πάνω στο πεζούλι, περνούσε μια δέσμη απ’ τις λοξές αχτίδες του ήλιου και με πλημμύριζε φως.

Και να, φίλε μου, -κείνο το ηλιοβασίλεμα της πρώτης μέρας της ευρωπαϊκής ανθρωπότητας, που είδα στον ύπνο μου, μεταβλήθηκε για μένα αμέσως μόλις ξύπνησα στο ηλιοβασίλεμα της τελευταίς μέρας της ευρωπαϊκής ανθρωπότητας! Τότε ιδίως ήταν που αντηχούσε παν’ απ’ την Ευρώπη κάτι σαν επικήδειος ήχος καμπάνας. Δε μιλάω μονάχα για τον πόλεμο και τ’ ανάκτορα του Κεραμεικού. Και χωρίς αυτό ήξερα από κ αιρό, πως όλα θα περνούσαν, όλη η μορφή του ευρωπαϊκού παλιού κόσμου -αργά ή γρήγορα. Μα σαν Ρώσος ευρωπαίος δεν μπορούσα να το παραδεχτώ. Τότε μόλις είχαν πάει να κάψουν τον Κεραμεικό. Ω, μην ανησυχείς, το ξέρω, πως ήταν «λογικό» αυτό, και καταλαβαίνω πολύ καλά όλο το αναπότρπτο της τρέχουσας ιδέας, μα σαν φορέας της ύψιστης ρωσικής εκπολιτιστικής ιδέας, δεν μπορούσα να το παραδεχτώ, γιατί η ύψιστη ρωσική ιδέα είναι ο συμβολισμός όλων των ιδεών. Και ποιός μέσα σ’ όλον τον κόσμο, θα μπορούσε τότε να νιώσει μια τέτοια ιδέα; Εγώ περιπλανιόμουν κατάμονος. Δε μιλάω προσωπικά για τον εαυτό μου. Για τη ρωσική σκέψη μιλάω. Κει πέρα υπήρχε μονάχα σύγκρουση και λογική. Κει πέρα ο Γάλλος ήταν μονάχα Γάλλος και τίποτε άλλο, κι ο Γερμανός, μονάχα Γερμανός και τίποτε άλλο, κι αυτό εντατικότερα από οποιδήποτε άλλη στιγμή της ιστορίας τους. Γι’ αυτό και οι Γάλλοι δεν έβλαψαν τόσο τη Γαλλία κι οι Γερμανοί τη Γερμανία τους, όσο κείνην ακριβώς την εποχή! Και μονάχα εγώ ανάμεσα σ’ όλους τους εμπρηστές, μπορούσα να τους πω κατά πρόσωπο, πως ο Κεραμεικός τους ήταν σφάλμα, και μονάχα εγώ, ανάμεσα σ’ όλους τους συντηρητικούς-εκδικητές, μπορούσα να πω στους εκδικητές, πως ο Κεραμεικός παρ’ όλο που ήταν έγκλημα, πάντως ήταν και «λογική». Κι αυτό, παιδί μου, γιατί μονάχα εγώ, σαν Ρώσος, ήμουν τότε στην Ευρώπη ο μοναδικός ευρωπαίος. Δε μιλάω για τον εαυτό μου, -μιλάω για όλη τη ρωσική ιδέα. Περιπλανιόμουν, φίλε μου, περιπλανιόμουν κι ήξερα θετικά, πως έπρεπε να σωπαίνω και να πειπλανιέμαι. Μα όσο να’ ναι, θλιβόμουν. Βλέπεις, παιδί μου, δεν μπορώ να μη σέβομαι την ευγενική μου καταγωγή. Γελάς, μου φαίνεται;

– Όχι, δε γελώ, -είπα με βαθιά συγκινηνένη φωνή,- Δε γελώ καθόλου. Συγκλονίσατε την ψυχή μου με το όραμά σας του Χρυσού Αιώνα και να είστε βέβαιος, πως αρχίζω να σας καταλαβαίνω. Μα πιο πολύ απ’ όλα μ’ ευχαριστεί το ότι σέβεστε τόσο τον εαυτό σας. Σπεύδω να σας το δηλώσω. Ποτέ δεν το πίστευα αυτό από σας!

– Σου είπα και πρωτύτερα, πως μ’ αρέσουν τα επιφωνήματά σου, αγαπητέ μου, -χαμογέλασε ο Βερσίλοβ πάλι, στην αφελή μου φράση. Σηκώθηκε απ’ την πολυθρόνα κι άρχισε ασυναίσθητα, να βηματίζει μέσα στο δωμάτιο. Σηκώθηκα κι εγώ, Ο Βερσίλοβ εξακολούθησε να μιλάει μ’ ένα προσωπικό τόνο αλλά κι ένα βαθύτατο στοχασμό.

*Αυτό το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο του Φίοντορ Ντοστογιέφσκι «Ο ΕΦΗΒΟΣ», τόμος ΙΙ,(σελ. 198-202) που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΓΚΟΒΟΣΤΗ σε μετάφραση της ΚΟΡΑΛΙΑΣ ΜΑΚΡΗ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s