Η λογική της Ιστορίας*

του Λέοντος Τολστόη

TolstoyΓΙΑ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ μυαλό είναι ακατανόητο το απόλυτα συνεχές της κίνησης. Στον άνθρωπο γίνονται κατανοητοί οι νόμοι οποιασδήποτε κίνησης μονάχα όταν εξετάζει αυθαίρετα μονάδες της κίνησης αυτής. Όμως. ταυτόχρονα, απ’ αυτή ακρι­βώς την αυθαίρετη διαίρεση της αδιάκοπης κίνησης σε διακόπτες μονάδες, πηγάζουν κατά το μεγαλύτερο μέρος οι ανθρώπινες πλάνες.

Είναι γνωστό το λεγόμενο «σόφισμα των αρχαίων», που έγκει­ται στο ότι ο Αχιλλέας ποτέ δε θα φτάσει τη χελώνα που προη­γείται, παρόλο που ο Αχιλλέας βαδίζει δέκα φορές πιο γρήγορα απ’ τη χελώνα: μόλις ο Αχιλλέας περάσει την απόσταση που τον χωρίζει απ’ τη χελώνα, αυτή θα τον ξεπεράσει κατά το δέκατο της απόστασης. 0 Αχιλλέας θα περάσει το δέκατο αυτό. η χελώ­να θα περάσει το ένα εκατοστό, και ουτω καθεξής, χωρίς τέλος. Το πρόβλημα αυτό φαινόταν στους αρχαίους άλυτο. Το ανόητο της λύσης (πως ο Αχιλλέας δε θα ‘φτάνε ποτέ τη χελώνα) προερ­χόταν μονάχα απ’ το ότι αυθαίρετα εισχώρησαν διακοπτές μο­νάδες της κίνησης, ενώ η κίνηση και του Αχιλλέα και της χελώνας γινόταν συνεχώς.

Παίρνοντας ολοένα και μικρότερες μονάδες της κίνησης, πλη­σιάζουμε μονάχα στη λύση του ζητήματος, όμως δεν την πετυ­χαίνουμε ποτέ. Μονάχα αν παραδεχτούμε το απειροστό και την απ’ αυτό προκύπτουσα πρόοδο με λόγο το ένα δέκατο, και μο­νάχα αν πάρουμε το άθροισμα αυτής της γεωμετρικής προόδου, πετυχαίνουμε τη λύση του προβλήματος. Ο καινούργιος κλάδος των μαθηματικών, που βρήκε την τέχνη να χρησιμοποιεί τ’ απειροστά μεγέθη, δίνει τώρα απάντηση και σ’ άλλα, πιο πολύπλοκα προβλήματα της κίνησης, που άλλοτε φαίνονταν άλυτα.

Αυτός ο καινούργιος, ο άγνωστος στους αρχαίους κλάδος των μαθηματικών, με το να παραδέχεται, κατά την εξέταση των ζητημάτων της κίνησης, τα απειροστά μεγέθη, δηλαδή εκείνα που μ’ αυτά αποκαθίσταται ο κυρτότερος όρος της κίνησης (το από­λυτα συνεχές), με την παραδοχή του αυτή διορθώνει εκείνο το αναπόφευχτο λάθος, που ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί να μην κάνει, καθώς εξετάζει, αντί για την αδιάκοπη κίνηση, τις χωριστές μονάδες της κίνησης.

Στην αναζήτηση των νόμων της ιστορικής κίνησης συμβαίνει ακριβώς το ίδιο.

Η κίνηση της ανθρωπότητας, πηγάζοντας από αναρίθμητες αν­θρώπινες θελήσεις, συντελείται αδιάκοπα.

Η κατανόηση των νόμων της κίνησης αυτής είναι ο σκοπός της Ιστορίας. Όμως, για να κατανοήσει τους νόμους της αέναης κί­νησης του αθροίσματος όλων των θελήσεων των ανθρώπων, ο αν­θρώπινος νους παραδέχεται αυθαίρετα διακεκομμένες μονάδες. Η πρώτη μέθοδος της Ιστορίας συνίσταται στο ότι, αφού πάρει μια αυθαίρετη σειρά συνεχών γεγονότων, την εξετάζει χωριστά απ’ τις άλλες σειρές, ενώ κανένα γεγονός δεν έχει, ούτε μπορεί να ’χει, αρχή, παρά πάντα το ένα γεγονός πηγάζει αδιάκοπα απ’ το άλλο. Η δεύτερη μέθοδος συνίσταται στο να εξετάζει τις ενέρ­γειες ενός ανθρώπου, του ηγεμόνα, του στρατάρχη, σαν άθροι­σμα της θέλησης πολλών ανθρώπων, ενώ το άθροισμα της θέλη­σης των πολλών δεν εκφράζεται ποτέ αποκλειστικά στη δράση ενός ιστορικού προσώπου.

Η ιστορική επιστήμη, στην κίνησή της, διαρκώς παίρνει όλο και πιο μικρές μονάδες για εξέταση, και μ’ αυτό τον τρόπο προσπα­θεί να πλησιάσει την αλήθεια. Όμως, όσο μικροσκοπικές κι αν εί­ναι οι μονάδες που παίρνει η Ιστορία, νιώθουμε ότι η παραδοχή της αρχής κάποιου φαινομένου και η παραδοχή τού ότι οι θελή­σεις όλων των ανθρώπων εκφράζονται στις ενέργειες ενός ιστο­ρικού προσώπου, είναι σφαλερές αυτές καθαυτές.

Κάθε τέτοιο συμπέρασμα της Ιστορίας χωρίς την παραμικρότερη προσπάθεια από μέρους της κριτικής σκορπίζεται σα σκό­νη, χωρίς ν’ αφήνει τίποτα, μονάχα εξαιτίας τού ότι η κριτική δια­λέγει για αντικείμενο παρατήρησης πιο μεγάλη ή πιο μικρή διακοπτή μονάδα, κάτι που έχει πάντα το δικαίωμα να κάνει, για­τί η παρμένη ιστορική μονάδα είναι πάντα αυθαίρετη.

Μονάχα όταν παραδεχτούμε την απειροστή μονάδα για πα­ρακολούθηση -το διαφορικό της Ιστορίας, δηλαδή τις ομοιογενείς τάσεις των ανθρώπων- και κατορθώσουμε ν’ αποχτήσουμε την τέχνη της ολοκλήρωσης (ν’ αθροίζουμε αυτά τα απειροστά), μο­νάχα τότε μπορούμε να ελπίζουμε πως θα φτάσουμε στην κατα­νόηση των νόμων της Ιστορίας.

Τα πρώτα δεκαπέντε χρόνια του XIX αιώνα στην Ευρώπη πα­ρουσιάζουν μια ασυνήθιστη κίνηση εκατομμυρίων ανθρώπων. Οι άνθρωποι παρατάνε τις συνηθισμένες ασχολίες τους, τραβάνε απ’ το ’να μέρος της Ευρώπης στ’ άλλο, ληστεύουν, αλληλοσκοτώνονται, θριαμβεύουν και κυριεύονται από απόγνωση, κι όλη η πο­ρεία της ζωής για κάμποσα χρόνια αλλάζει και παρουσιάζει μια εντατική κίνηση, που στην αρχή προχωρεί αυξάνοντας, ύστερα εξασθενώντας.

«Ποια είναι η αιτία της κίνησης αυτής ή σύμφωνα με ποιους νόμους έγινε;» ρωτάει ο ανθρώπινος νους.

Οι ιστορικοί, απαντώντας στο ερώτημα αυτό, μας αραδιάζουν τα έργα και τους λόγους μερικών δεκάδων ανθρώπων μέσα σ’ ένα χτίριο της πόλης του Παρισιού, αποκαλώντας αυτά τα έργα και τους λόγους με τη λέξη «επανάσταση», ύστερα δίνουν λε­πτομερειακή βιογραφία του Ναπολέοντα και μερικών προσώπων που τον συμπαθούσαν, καθώς και μερικών που τον εχθρεύονταν, διηγούνται την επίδραση που είχαν μερικά απ’ τα πρόσωπα αυ­τά πάνω στ’ άλλα και λένε: «Να από πού προήλθε η κίνηση αυ­τή και να οι νόμοι της».

Όμως, ο ανθρώπινος νους όχι μονάχα αρνιέται να πιστέψει σ’ αυτή την εξήγηση, μα και λέει ξεκάθαρα πως η μέθοδος της εξή­γησης δεν είναι σωστή, γιατί, σύμφωνα με την εξήγηση αυτή, το ασθενέστερο φαινόμενο εκλαμβάνεται για αιτία του ισχυρότε­ρου. Το άθροισμα των ανθρώπινων θελήσεων δημιούργησε και την Επανάσταση και τον Ναπολέοντα, και μονάχα το άθροισμα αυτών τούς ανέχτηκε και τους εξόντωσε.

«Όμως, κάθε φορά που γίνονταν καταχτήσεις, υπήρχαν οι κα­ταχτητές, κάθε φορά που γίνονταν μετατροπές σ’ ένα κράτος, υπήρχαν οι μεγάλοι άντρες», λέει η Ιστορία.

Πραγματικά, κάθε φορά που παρουσιάστηκαν καταχτητές, έγιναν πόλεμοι, αποκρίνεται ο ανθρώπινος νους, όμως αυτό δεν αποδείχνει πως οι καταχτητές ήταν αιτία των πολέμων και πως θα ’ταν δυνατόν να βρεθούν οι νόμοι του πολέμου μονάχα στην προσωπική δράση ενός ανθρώπου. Κάθε φορά που εγώ, κοιτά­ζοντας το ρολόι μου, βλέπω πως ο ωροδείχτης είναι στο 10, ακούω πως στη γειτονική εκκλησία σημαίνουν οι καμπάνες τη Λειτουρ­γία. Όμως, απ’ το ότι κάθε φορά που ο ωροδείχτης φτάνει στο 10 αρχίζουν να χτυπάνε οι καμπάνες, δεν έχω το δικαίωμα να συμπεράνω πως η θέση του ωροδείχτη είναι η αιτία της κίνησης της καμπάνας.

Κάθε φορά που βλέπω την κίνηση της ατμομηχανής κι ακούω τον ήχο του σφυρίγματος, βλέπω το άνοιγμα της δικλείδας και την κίνηση των τροχών. Όμως, απ’ αυτά δεν έχω το δικαίωμα να συμπεράνω πως η κίνηση των τροχών είναι το αίτιο της κίνησης της ατμομηχανής.

Οι χωρικοί λένε πως στα τέλη της άνοιξης φυσάει ψυχρός αέ­ρας, γιατί σκάνε τα μάτια της βελανιδιάς. Και, πραγματικά, κά­θε άνοιξη φυσάει ψυχρός αέρας την εποχή που σκάνε τα μάτια της βελανιδιάς. Όμως, παρόλο που η αιτία του ψυχρού αέρα που φυσάει μου είναι άγνωστη, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τους χω­ρικούς πως αιτία του είναι το σκάσιμο των ματιών της βελανιδιάς, γιατί η δύναμη του αέρα είναι έξω απ’ την επιρροή των ματιών αυτών. Βλέπω μονάχα τη σύμπτωση των συνθηκών εκείνων που υπάρχουν στο κάθε φαινόμενο της ζωής και βλέπω πως. οσοδήποτε προσεχτικά κι αν παρακολουθήσω τον ωροδείχτη, τη δικλείδα και τους τροχούς της ατμομηχανής και τα μάτια της βελανιδιάς, δε θα μάθω την αιτία που κάνει τις καμπάνες να χτυπούν, την ατμομηχανή να κινείται και τον ανοιξιάτικο αγέρα να φυσάει. Και για να τη βρω, οφείλω ν’ αλλάξω ολότελα αντικείμενο παρατή­ρησης και να μελετήσω τους νόμους της κίνησης του ατμού, της καμπάνας και του αέρα. Το ίδιο οφείλει να κάνει και η Ιστορία. Και τέτοιες απόπειρες έχουν γίνει κιόλας.

Για να μάθουμε τους νόμους της Ιστορίας, οφείλουμε ν’ αλ­λάξουμε ολότελα αντικείμενο μελέτης, ν’ αφήσουμε ήσυχους ηγε­μόνες. υπουργούς και στρατηγούς, και να μελετήσουμε τ’ απειροστά κοινά στοιχεία που κυβερνούν τις μάζες. Κανείς δεν μπορεί να πει κατά πόσον είναι δυνατόν στον άνθρωπο να πετύχει με τη μέθοδο αυτή την κατανόηση των ιστορικών νόμων. Μα είναι ολο­φάνερο πως μονάχα στο δρόμο αυτό βρίσκεται η δυνατότητα της σύλληψής τους. Και πάνω στο δρόμο αυτό δεν καταβλήθηκε ακό­μα απ’ τον ανθρώπινο νου ούτε το εκατομμυριοστό απ’ τις προ­σπάθειες εκείνες που έχουν καταβάλει οι ιστορικοί για να περιγράψουν τα έργα των διαφόρων ηγεμόνων, στραταρχών και υπουργών, και για τις δικές τους κρίσεις πάνω στα έργα αυτά.

*Αυτό το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο «ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ» του Λέοντος Τολστόη από τις εκδόσεις του Βήματος σε μετάφραση της Κοραλίας Μακρή. (3ος τόμος σελ. 7 – 10)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s