Η λογική της Ιστορίας (ΙΙ)*

του Λέοντος Τολστόη

Tolstoy2Αν η Ιστορία είχε να κάνει μονάχα με τα εξωτερικά φαινόμενα, τότε ο ορισμός αυτού του απλού κι ολοφάνερου νόμου θα ’ταν αρκετός, και μεις θα τελειώναμε τις κρίσεις μας.

Μα οι νόμοι της Ιστορίας αναφέρονται στον άνθρωπο. Το μόριο της ύλης δεν μπορεί να μας πει πως δεν αισθάνεται καθόλου την ανάγκη της έλξης και της απώθησης, και πως αυτό δεν είναι αλήθεια. Ενώ ο άνθρωπος, που είναι το αντικείμενο της Ιστορίας, λέει καθαρά: «Εγώ είμαι ελεύθερος και γι’ αυτό δεν υπόκειμαι σε νόμους».

Η παρουσία του ζητήματος για την ελευθερία της θέλησης του ανθρώπου, μολονότι δεν έχει εκφραστεί, είναι αισθητή στο κάθε βήμα της Ιστορίας.

Όλοι οι ιστορικοί που σκέφτηκαν σοβαρά, άθελά τους έφτασαν σ’ αυτό το πρόβλημα. Όλες οι αντιφάσεις, οι ασάφειες της Ιστορίας, ο σφαλερός εκείνος δρόμος που ακολουθεί η επιστήμη αυτή, οφείλονται μονάχα στο ότι δεν έχει λυθεί το πρόβλημα αυτό.

Αν η θέληση του κάθε ανθρώπου ήταν ελεύθερη, δηλαδή αν ο καθένας μπορούσε να φέρεται όπως του αρέσει, τότε όλη η Ιστορία θα ’ταν μια σειρά από ασυνάρτητες συμπτώσεις.

Αν έστω κι ένας άνθρωπος απ’ τα εκατομμύρια, μέσα σε χίλια χρόνια, θα ’χε τη δυνατότητα να ενεργήσει ελεύθερα, δηλαδή όπως του αρέσει, είναι φανερό πως αυτή η μόνη ελεύθερη πράξη του ανθρώπου αυτού θα εκμηδένιζε τη δυνατότητα της ύπαρξης οποιωνδήποτε νόμων για ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Κι αν υπάρχει έστω κι ένας νόμος που να κυβερνάει τις πράξεις των ανθρώπων, τότε δεν μπορεί να υπάρξει ελεύθερη θέληση, γιατί τότε η θέληση των ανθρώπων οφείλει να υπόκειται στο νόμο αυτό.

Στην αντίφαση αυτή περικλείεται το ζήτημα για την ελευθερία της θέλησης, που απ’ τους αρχαιότατους χρόνους απασχόλησε τα καλύτερα πνεύματα της ανθρωπότητας και που απ’ τους αρχαιότατους χρόνους έχει τεθεί μ’ όλη την τεράστια σημασία του.

Το ζήτημα συνίσταται στο ότι, εξετάζοντας τον άνθρωπο σαν αντικείμενο παρατήρησης από οποιαδήποτε άποψη -θεολογική, ιστορική, ηθική, φιλοσοφική-, βρίσκουμε το γενικό νόμο της ανάγκης, που σ’ αυτόν υπόκειται κι αυτός, το ίδιο όπως κι όλα τ’ άλλα όντα. Εξετάζοντας τον όμως σαν υποκείμενο, σαν εκείνο που αισθανόμαστε, νιώθουμε τον εαυτό μας ελεύθερο.

Το συναίσθημα αυτό είναι μια εντελώς ξέχωρη κι ανεξάρτητη απ’ το λογικό πηγή αυτοσυνείδησης. Με το μέσον του λογικού, ο άνθρωπος παρατηρεί ο ίδιος τον εαυτό του, όμως μονάχα με το μέσον του συναισθήματος μαθαίνει τον εαυτό του.

Χωρίς το συναίσθημα, δεν είναι νοητές καμιά παρατήρηση και καμιά χρησιμοποίηση του λογικού.

Ο άνθρωπος, για να κατανοήσει, να παρακολουθήσει, να βγάλει συμπεράσματα, οφείλει πρώτα απ’ όλα να νιώσει τον εαυτό του ζωντανό. Ζωντανό νιώθει ο άνθρωπος τον εαυτό του μονάχα ως θέλοντα, δηλαδή ως συναισθανόμενο τη θέλησή του. Και τη θέλησή του, που αποτελεί την ουσία της ζωής του, ο άνθρωπος τη νιώθει -κι ούτε μπορεί να τη νιώσει αλλιώτικα- ελεύθερη.

Αν ο άνθρωπος, υποβάλλοντας τον εαυτό του σε παρατήρηση, βλέπει πως η θέληση του κατευθύνεται πάντα σύμφωνα μ’ έναν και τον αυτό νόμο (είτε παρατηρεί την ανάγκη του να φάει ή τη δραστηριότητα του εγκεφάλου του ή οτιδήποτε άλλο), δεν μπορεί να εκλάβει αυτή την πάντα όμοια κατεύθυνση όλης του της θέλησης αλλιώτικα, παρά σαν περιορισμό της. Κάτι όμως που δε θα ’ταν ελεύθερο, δε θα μπορούσε και να περιοριστεί. Η θέλησή του φαίνεται στον άνθρωπο περιορισμένη, ακριβώς γιατί εκείνος δεν την εννοεί αλλιώτικα, παρά ελεύθερη.

Λέτε: «Δεν είμαι ελεύθερος». Όμως, εγώ σήκωσα και κατέβασα το χέρι μου. Ο καθένας καταλαβαίνει πως αυτή η όχι λογική απάντηση είναι αναμφισβήτητη απόδειξη της ελευθερίας.

Η απάντηση αυτή είναι έκφραση του συναισθήματος, που δεν υπόκειται στο λογικό.

Αν το συναίσθημα της ελευθερίας δεν ήταν ξέχωρη κι ανεξάρτητη πηγή αυτοσυνείδησης, θα υποτασσόταν κι αυτό στην κρίση και στην πείρα. Όμως, στην πραγματικότητα, τέτοια υποταγή δε συμβαίνει ποτέ, κι είναι χωρίς νόημα.

Ολόκληρη σειρά από πειράματα και κρίσεις δείχνει στον κάθε άνθρωπο πως αυτός, σαν αντικείμενο μελέτης, υπόκειται σ’ ορισμένους νόμους, κι ο άνθρωπος υποτάσσεται σ’ αυτούς και ποτέ δεν παλεύει ενάντια στο νόμο της βαρύτητας ή του αδιαχώρητου, μια και τον ανακάλυψε. Όμως, η ίδια σειρά των πειραμάτων και των κρίσεων του δείχνει πως η απόλυτη ελευθερία που αισθάνεται μέσα του είναι ανέφικτη, πως η κάθε του ενέργεια εξαρτάται απ’ την οργάνωση, απ’ το χαραχτήρα και τα αίτια που επιδρούν πάνω της. Μα ο άνθρωπος δεν υποτάσσεται ποτέ στα συμπεράσματα αυτών των πειραμάτων και των κρίσεων.

Μια κι έμαθε απ’ το πείραμα και την κρίση πως η πέτρα πέφτει κάτω, ο άνθρωπος πιστεύει χωρίς καμιά αμφιβολία σ’ αυτό, και σ’ όλες τις περιπτώσεις περιμένει τη λειτουργία του νόμου που ανακάλυψε.

Όμως, ενώ επίσης έμαθε αναμφισβήτητα πως η θέλησή του υπόκειται σε νόμους, δεν το πιστεύει, κι ούτε μπορεί να το πιστέψει.

Πόσες φορές η πείρα και η κρίση δεν έδειξαν στον άνθρωπο ότι μέσα στις ίδιες συνθήκες, με τον ίδιο χαραχτήρα, θα κάνει το ίδιο που ’κανε και πρωτύτερα, αυτός όμως ξεκινώντας και για χιλιοστή φορά μέσα στις ίδιες συνθήκες, με τον ίδιο χαραχτήρα, για κάποια ενέργεια, που πάντα τελειώνει όμοια, νιώθει αναμφισβήτητα τον εαυτό του το ίδιο πεπεισμένο πως μπορεί να ενεργήσει όπως εκείνος θα θελήσει, όσο και πριν δοκιμαστεί. Ο κάθε άνθρωπος, τόσο ο πρωτόγονος όσο και ο διανοούμενος, οσοδήποτε ακαταμάχητα κι αν του ’δειχναν η κρίση και η πείρα πως είναι αδύνατον να φανταστεί κανείς δύο διαφορετικές πράξεις μέσα στις ίδιες συνθήκες, νιώθει πως χωρίς αυτή τη χωρίς νόημα ιδέα (που αποτελεί την ουσία της ελευθερίας) δεν μπορεί να φανταστεί τη ζωή. Αισθάνεται πως αυτό, όσο κι αν είναι αδύνατον, ωστόσο υπάρχει. Γιατί, χωρίς αυτή την ιδέα της ελευθερίας, όχι μονάχα δε θα καταλάβαινε τη ζωή, μα ούτε καν θα μπορούσε να ζήσει έστω και μια στιγμή.

Δε θα μπορούσε να ζήσει, γιατί όλες οι τάσεις των ανθρώπων, όλες οι παρορμήσεις για τη ζωή, είναι μονάχα τάσεις για την επέκταση της ελευθερίας. Πλούτος – φτώχεια, δόξα – αφάνεια, εξουσία – υποταγή, δύναμη – αδυναμία, υγεία – αρρώστια, μόρφωση – αμάθεια, μόχθος – απραξία, χόρταση – πείνα, αρετή – κακία, είναι μονάχα οι μεγαλύτεροι ή οι μικρότεροι βαθμοί της ελευθερίας.

Δεν μπορεί να φανταστεί κανείς αλλιώτικα άνθρωπο χωρίς ελευθερία, παρά σα στερημένο ζωής.

Αν η έννοια περί ελευθερίας παρουσιάζεται στο λογικό σαν χωρίς νόημα αντίφαση, σα δυνατότητα να εκτελέσει δύο διάφορες πράξεις μέσα στις ίδιες συνθήκες ή σαν ενέργεια χωρίς αίτιο, αυτό δείχνει μονάχα πως το συναίσθημα δεν υπόκειται στο λογικό.

Αυτό ακριβώς το αδιάσειστο, το αδιάψευστο συναίσθημα της ελευθερίας, που δεν υπόκειται στην πείρα και στην κρίση, που το παραδέχονται όλοι οι στοχαστές και που το αισθάνονται όλοι οι άνθρωποι, χωρίς εξαίρεση, είναι συναίσθημα που, χωρίς αυτό, είναι χωρίς νόημα οποιαδήποτε ιδέα για τον άνθρωπο, κι αποτελεί την άλλη πλευρά του προβλήματος.

Ο άνθρωπος είναι δημιούργημα του παντοδύναμου, του πανάγαθου και του παντογνώστη Θεού. Τότε τι είναι η αμαρτία, που η έννοιά της πηγάζει απ’ το συναίσθημα της ελευθερίας; Να το ερώτημα της Θεολογίας.

Οι ενέργειες των ανθρώπων υπόκεινται σε γενικούς, αναλλοίωτους νόμους, που εκφράζονται με τη στατιστική. Σε τι συνίσταται η ευθύνη του ανθρώπου μπροστά στην κοινωνία, που η έννοιά της πηγάζει απ’ το συναίσθημα της ελευθερίας; Να το ερώτημα της επιστήμης του Δικαίου.

Οι πράξεις του ανθρώπου πηγάζουν απ’ τον έμφυτο χαραχτήρα κι απ’ τα αίτια που επενεργούν πάνω σ’ αυτόν. Τι είναι η συνείδηση και η συναίσθηση του καλού και του κακού των πράξεων που πηγάζουν απ’ το συναίσθημα της ελευθερίας; Να το ερώτημα της Ηθικής.

Ο άνθρωπος, σε σχέση προς τη γενική ζωή της ανθρωπότητας, παρουσιάζεται υποταγμένος στους νόμους που διέπουν τη ζωή αυτή. Μα ο ίδιος αυτός άνθρωπος, ανεξάρτητα απ’ τη σχέση αυτή, παρουσιάζεται ελεύθερος. Πώς πρέπει να εξεταστεί η περασμένη ζωή των λαών και της ανθρωπότητας – σαν προϊόν ελεύθερης δράσης των ανθρώπων; Να το ερώτημα της Ιστορίας.

Μονάχα στη γεμάτη αυτοπεποίθηση εποχή μας, εποχή της εκλαΐκευσης των γνώσεων, χάρη στο ισχυρότατο όπλο της αμάθειας -την τυπογραφία-, το ζήτημα για την ελευθερία της θέλησης το ’χουν φέρει σε τέτοιο επίπεδο, που σ’ αυτό δεν μπορεί να σταθεί ούτε το ίδιο το πρόβλημα. Στην εποχή μας, η πλειονότητα των λεγάμενων πρωτοπόρων, δηλαδή το πλήθος των αμαθών, εξέλαβε τις ασχολίες των φυσιοδιφών, που ασχολούνται με τη μία πλευρά του ζητήματος, σαν την εξήγηση του συνόλου.

Ψυχή και ελευθερία δεν υπάρχουν, γιατί η ζωή του ανθρώπου εκφράζεται με τις μυϊκές κινήσεις, οι δε μυϊκές κινήσεις εξαρτώνται απ’ τη δραστηριότητα των νεύρων. Ψυχή και ελευθερία δεν υπάρχουν γιατί εμείς, κάποια άγνωστη χρονική περίοδο, προήλθαμε απ’ τους πιθήκους – λένε και γράφουν οι άνθρωποι αυτοί, χωρίς καν να υποπτεύονται πως εδώ κι ολόκληρες χιλιετηρίδες, απ’ όλες τις θρησκείες, απ’ όλους τους στοχαστές, όχι μονάχα αναγνωρίστηκε, μα κι ούτε ποτέ αμφισβητήθηκε ο ίδιος αυτός νόμος της ανάγκης, που τώρα, με τόση προσπάθεια, σκοτώνονται να τον αποδείξουν με τη Φυσιολογία και τη Συγκριτική Ζωολογία.

Οι άνθρωποι αυτοί δε βλέπουν πως ο ρόλος των φυσιοδιφών στο ζήτημα αυτό συνίσταται μονάχα στο να χρησιμεύει σα μέσο φωτισμού της μιας πλευράς του. Γιατί το ότι, απ’ την άποψη της αντικειμενικής παρατήρησης, το λογικό και η θέληση είναι μονάχα εκκρίσεις (secretions) του εγκεφάλου, και το ότι ο άνθρωπος, ακολουθώντας το γενικό νόμο, μπόρεσε να εξελιχτεί από κατώτερο ζώο, σε κάποια άγνωστη χρονική περίοδο, διασαφηνίζει μονάχα από καινούργια πλευρά την αλήθεια που, εδώ και κάμποσες χιλιετηρίδες, απ’ όλες τις θρησκείες και τις φιλοσοφικές θεωρίες, όχι μονάχα έγινε παραδεχτή, μα ούτε καν ποτέ αμφισβητήθηκε ότι απ’ την άποψη του λογικού ο άνθρωπος υπόκειται στους νόμους της ανάγκης, ούτε κατά το ελάχιστο όμως δεν προάγει τη λύση του ζητήματος, που έχει και την άλλη, την αντίθετη όψη, που βασίζεται στο συναίσθημα της ελευθερίας.

Αν οι άνθρωποι προήλθαν απ’ τους πιθήκους σε άγνωστη χρονική περίοδο, τότε αυτό είναι εξίσου καταληπτό, όσο και το ότι οι άνθρωποι προήλθαν από μια φούχτα χώμα σε άγνωστη χρονική περίοδο (στην πρώτη περίπτωση, ο άγνωστος X είναι ο χρόνος, στη δεύτερη η προέλευση), και το ζήτημα για το πώς συνδυάζονται το συναίσθημα της ελευθερίας του ανθρώπου με το νόμο της ανάγκης, που σ’ αυτόν υπόκειται ο άνθρωπος, δεν μπορεί να λυθεί με τη Συγκριτική Φυσιολογία και τη Ζωολογία, γιατί στο βάτραχο, στο κουνέλι και στον πίθηκο μπορούμε να παρακολουθήσουμε μονάχα τη μυονευρική δράση, ενώ στον άνθρωπο και αυτή και τη συνείδηση.

Οι φυσιοδίφες και οι θαυμαστές τους. που νομίζουν πως θα λύσουν το ζήτημα αυτό. μοιάζουν με τους σοβατζήδες εκείνους που τους έβαλαν να σοβαντίσουν τη μία πλευρά του τοίχου της εκκλησίας, κι αυτοί, επωφελούμενοι απ’ την απουσία του επιστάτη. πάνω στο ξέσπασμα του ζήλου τους πασάλειψαν με τους σοβάδες τους και τα παράθυρα, και τα εικονίσματα, και τα ξύλα. και τους τοίχους που ακόμα δεν είχαν καλοστεγνώσει, και καμάρωναν βλέποντας πως απ’ τη δική τους. τη σοβαντιστική άποψη. όλα γίνονταν όμορφα κι ωραία.

Αυτό το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο “ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ” τουΛέοντος Τολστόη από τις εκδόσεις του Βήματος σε μετάφραση της Κοραλίας Μακρή. (3ος τόμος σελ. 549 – 554)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s