Ο «εκσυγχρονισμός» ως οπισθοδρόμηση*

του Γιώργου Κοντογιώργη

Contogeorgis_University[5]Ένα άλλο ζήτημα, που συνέχεται με την προβληματική της νεοτερικής ιδεολογίας για την πρόοδο και την παράδοση, αφορά στην τελευταία φάση του ελληνικού κοσμοσυστήματος και στη νεοελληνική κοινωνία του κράτους-έθνους. Το δόγμα της νεοτερικότητας εγγράφει την ελληνική αυτή φάση, που συνάδει χρονικά με τη φάση της μετάβασής της από τη δεσποτεία στον αν­θρωποκεντρισμό, στην ανθρωπολογική κατηγορία της παράδοσης. Ως εκ τούτου, θεωρείται ότι τοποθετείται στην περιφέρεια των εξελίξεων στη δυτική Ευρώπη, αφού δεν έλαβε μέρος στα στάδια του «εκσυγχρονισμού» – την Αναγέννηση, το Διαφωτισμό, τη Μεταρρύθμιση- που αποτίναξαν από τη Δύση τη δεσποτική παράδοση και συγκρότησαν στη συνέχεια την ανθρωποκεντρική κοινωνία. Η νεοελληνική κοινωνία -του κράτους- οφείλει, επομένως, να εξευρωπαϊσθεί, διότι ο εξευρωπαϊσμός είναι ισοδύναμος με τον εκσυγχρονισμό και συνακόλουθα, με την πρόοδο. Η θέση αυτή, με την οποία θα συνταχθεί ανεπιφύλακτα η άρχουσα (πνευματική και πολιτική) τάξη του νεοελληνικού κράτους, θα κάμει ώστε η όποια παρέκκλιση από τον ευρωπαϊκό κανόνα να θεωρείται τεκμήριο καθυστέρησης, που όφειλε να αρθεί για να προοδεύσει ο τόπος. Για όλες τις παρεκκλίσεις, που στοιχειοθετούσαν ή στοιχειοθετούν την καθυστέρηση, υπόλογη θα θεωρηθεί η τουρκοκρατία και, οπωσδήποτε, το προγενέστερο Βυζάντιο.

Η ερμηνευτική αυτή προσέγγιση της ελληνικής κοινωνίας είναι και σήμερα δεσπόζουσα στην ελληνική άρχουσα τάξη. Αν, όμως, έτσι είναι τα πράγματα, πώς εξηγείται ότι έως την Επανάσταση το πρόταγμα της παλιγγενεσίας ήγειρε μονοσήμαντα το αίτημα εθνικής απελευθέρωσης, σε μια εποχή που το εθνικό ζήτημα δεν έπρεπε να τίθεται, αφού το έθνος αποτελεί προϊόν του νεοτερικού (και για την ακρίβεια του ευρωπαϊκού δεσποτικού) κράτους του 19ου αιώνα; Αντιθέτως, σύμφωνα με το νεοτερικό δόγμα η ελληνική κοινωνία της τουρκοκρατίας (και σαφώς όχι πριν από τον 18ο αιώνα) έπρεπε να εγείρει ένα πρόταγμα αποκλειστικά κοινωνικό: την απόσειση της φεουδαρχίας και την (πρώτο-) οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας με βάση τον ελεύθερο άνθρωπο, καθώς και μιας ανάλογης αστικής τάξης.

Προφανώς, η άποψη αυτή δεν διερωτάται γιατί η ελληνική κοινωνία όφειλε να διέλθει από στάδια ανθρωποκεντρικής μετάβασης, όπως η Δύση, εάν δεν είχε προηγουμένως περιέλθει στη φεουδαρχία. Αντιπαρέρχεται, άλλωστε, το γεγονός ότι η ένοχη τουρκοκρατία έχει να επιδείξει μια ελληνική αστική τάξη που ηγεμονεύει ουσιαστικά στο μεταίχμιο τριών αυτοκρατοριών με οικουμενικό -κι όχι εθνοκρατικό υπόβαθρο- και μια πνευματική παραγωγή που συγκρίνεται με τις μεγαλύτερες χώρες της Ευρώπης. Αν, όμως, αυτά συμβαίνουν υπό ένα καθεστώς δεσποτικής κατοχής, πώς εξηγείται ότι δεν έχουν το ανάλογο τους στο ελεύθερο κράτος; Μήπως πίσω από την ενοχοποίηση της τουρκοκρατίας υποκρύπτεται, αφενός, η μη βούληση -απόρροια φόβου- της λιποβαρούς άρχουσας τάξης του νεοελληνικού κράτους να ενσωματώσει τα αστικά κέντρα του ελληνισμού σ’ αυτό, να οδηγήσει δηλαδή στην εθνική ολοκλήρωση; Και αφετέρου, η αναντιστοιχία του κράτους αυτού -του ημιδεσποτικού αποκυήματος της νεοτερικό-τητας— με το ανθρωποκεντρικό στάδιο που αντιπροσώπευε η ελληνική κοινωνία; Μήπως, δηλαδή, στην ελληνική περίπτωση, θα έπρεπε να τεθεί η διερώτηση αν η κοινωνία συγκροτεί το παράδειγμα της προόδου και η νεοτερικότητα την παράδοση που εμπόδιζε τον εκσυγχρονισμό;

Θα σταχυολογήσω ορισμένες εκδηλώσεις που επιβεβαιώνουν την ορθότητα του διερωτήματος αυτού. Στο όνομα του εξευρωπαϊσμού αξιώθηκε επί Καποδίστρια η κατάλυση της καθολικής ψήφου υπέρ του τιμηματικού συστήματος. Κατελύθησαν τα κοινά -το σύστημα των πόλεων- υπέρ του κυρίαρχου και συνάμα δεσποτικού κράτους. Η απόλυτη δεσποτεία υποκατέστησε, εντέλει, τις συνταγματικές πολιτείες της Επανάστασης. Το κοινωνικό πρόταγμα στην Ελλάδα ουδέποτε διήλθε το κατώφλι ενός αναδιανεμητικού αιτήματος, ενώ η μη ευδοκίμηση ενός αγροτικού κινήματος ή κομμάτων με ταξική/ιδεολογική αναφορά προκάλεσε απορία, πάντα από την ίδια αφέτηριακή οπτική.

Θα επιμείνω, ωστόσο, περισσότερο στο μείζον ζήτημα του πελατειακού συστήματος. Δεκαετίες τώρα η νεοελληνική κοινωνία στιγματίζεται ως «περιφέρεια», διότι συμπεριφέρθηκε εξαρχής και έως σήμερα μη ταξικά και ιδεολογικά, δηλαδή ως μη μάζα. Η κατηγορία αυτή υποκρύπτει το σκεπτικό ότι αυτή δεν υιοθέτησε τις ιδεολογίες της μετάβασης από τη δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό και δεν συγκρότησε την πολιτική της πράξη με γνώμονα μια ανάλογη ταξική αναφορά. Η παρέμβασή της στα πολιτικά δρώμενα με όρους πολιτικής ατομικότητας, η οποία προϊδεάζει για μια συμπεριφορά εντολέως που δεν εκχωρεί εν λευκώ την πολιτική ευθύνη στους πολιτικούς διαμεσολαβητές, εθεωρήθη παρεκκλίνουσα από τον ευρωπαϊκό κανόνα και γι’ αυτό παραδοσιακή. Προφανώς, η ταξική/ιδεολογική συγκρότηση της πολιτικής εθεωρείτο ανώτερη -συμφυής με τη βιομηχανική κοινωνία της εργασίας- ενώ η πελατειακή συμπεριφορά παραδοσιακή και, κατ’ επέκταση, επιβαρυντική του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος της άρχουσας τάξης.

Συμβαίνει όμως, κατ’ αυτάς, η νεοτερικότητα να απεκδύεται σιγά-σιγά την ταξική συγκρότηση της πολιτικής και, ευρέως, την ομόλογη αγελαία/μαζική συμπεριφορά, ενώ στη θέση της υπεισέρχονται φαινόμενα πελατειακής και, ούτως ή άλλως, διαστρωματικής συνάντησης του πολίτη με την πολιτική. Είχα στο παρελθόν επιχειρήσει να ερμηνεύσω το φαινόμενο αυτό, συνδυάζοντάς το με το ομόλογο φαινόμενο της κομματοκρατίας, όπως το αποκάλεσα. Το εγχείρημα αυτό συνήγαγε το συμπέρασμα ότι η πελατειακή συγκρότηση του συνόλου πολιτικού συστήματος ήταν αποτέλεσμα της συνάντησης μιας κοινωνίας με υψηλή πολιτική ανάπτυξη, που προσιδίαζε στην κατ’ ελάχιστον ιδιότητα του εντολέα, με ένα πολιτικό σύστημα, που κατακρατούσε ως ιδιοκτήτης το σύνολο του πολιτικού συστήματος (τις ιδιότητες του εντολοδόχου αλλά και του εντολέα) και ήθελε την κοινωνία αυτή να ιδιωτεύει. Τα μέλη της στερημένα από το θεμελιώδες υποστατικό της ιδιότητας του εντολέα (τη συγκρότησή τους σε δήμο) θα επιζητήσουν «να έχουν λόγο» στην πολιτική ως «συνομιλητές» του πολιτικού προσωπικού, επομένως από μια άκρως δυσμενή πολιτική θέση. Να υποθέσουμε άραγε ότι η λειτουργία αυτή της κοινωνίας των πολιτών ως εντολέως υποκρύπτει ένα κατώτερο στάδιο πολιτικής ανάπτυξης από εκείνο της αγελαίας προσχωρητικής συμπεριφοράς που έχουν να επιδείξουν οι κοινωνίες της νεοτερικότητας; Και, εν πάση περιπτώσει, τις πταίει, η κοινωνία που διεκδικεί ρόλο εντολέα στην πολιτική ή το πολιτικό σύστημα που την αγνοεί ή μάλλον την αρνείται; Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι οι συναφείς εξελίξεις που επισυμβαίνουν ακροθιγώς στην εποχή μας αντιμετωπίζονται με εξαιρετική δυσπιστία και άρνηση από τη νεοτερική διανόηση.

Το παραπάνω κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Κοντογιώργη «ΈΘΝΟΣ ΚΑΙ <<ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΤΙΚΗ>> ΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ» (σελ.71-75) και κυκλοφορεί από τις ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s