Βλέποντας με τα δάχτυλα

του ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗΕΥΓΕΝΙΟ ΑΡΑΝΙΤΣΗ

The_Incredulity_of_Saint_Thomas_by_CaravaggioΟλοι εκείνοι στους οποίους εμφανίστηκε ο Χριστός με το αναστημένο του σώμα, τον αναγνωρίζουν ξαφνικά αφού πρώτα πλανιόνται: η μεν Μαρία η Μαγδαληνή νομίζει ότι πρόκειται για κηπουρό, οι δε μαθητές, πλησιάζοντας στην όχθη της Τιβεριάδας, ξεγελιούνται κι εκείνοι.

Οκτώ μέρες μετά την ανάσταση, ο απόστολος Θωμάς ζητάει ν’ αγγίξει τις πληγές απ’ τα καρφιά και να ακουμπήσει με το χέρι του το λαβωμένο πλευρό (Ιω. Κ’ 24).

Εκ των υστέρων, και με δεδομένο άλλωστε το ότι οι μαθητές είχαν γίνει πάμπολλες φορές μάρτυρες γεγονότων ασυνήθιστα εντυπωσιακών, η δυσπιστία του Θωμά δεν μοιάζει να έχει ως αντικείμενο την ακύρωση του θανάτου, πολύ λιγότερο δε τη διασάλευση των νόμων της φύσης· απεναντίας, συνδέεται με τη δυσκολία των παρισταμένων να ταυτίσουν το πρόσωπο του επισκέπτη μ’ εκείνο του Χριστού. Εν συντομία, το ζήτημα που έθετε η ανθρώπινη καχυποψία δεν αφορούσε κάποιου είδους νεκροφάνεια ή απάτη αλλά μια πιθανή πλαστοπροσωπία. Επρόκειτο, καθώς λένε, για ένα σώμα υλικό αλλά διάφορο του φυσικού, κατά το ότι υπήρχε τώρα με τον τρόπο του Θεού, δηλαδή ελεύθερο από κάθε καταναγκασμό.

Αυτό σημαίνει, πρακτικά, ότι η όψη του είχε αλλάξει, ενώ παρέμενε ίδια. Κατά κανόνα, η παραδοξότητα της αλλαγής αποδίδεται απ’ τους ζωγράφους με μια μεγαλοπρεπή έμφαση στη λάμψη ή την πυκνότητα της αύρας, όμως οι θεολόγοι προτιμούν να αναφέρονται στην έννοια της λεπτότητας, ήταν λέει ένα σώμα λεπτοφυές – μια ιδέα που θυμίζει το αιθερικό σώμα των μυστικιστών. Αν και παρών με σάρκα και οστά, ο Ιησούς αποτελούσε ταυτόχρονα μια παρουσία αγγελική της οποίας η υλικότητα ήταν σχεδόν διάφανη, δίχως εντούτοις να μπορεί να συγκριθεί με οπτασία. Μεταξύ μας, αν ο Θωμάς είχε δει απλώς ένα φάντασμα, ίσως να μην ένιωθε έκπληξη – φανταζόμαστε ότι, το 33 μ.Χ. ο κόσμος ήταν ακόμη μαγεμένος, ένας τόπος γεμάτος ίσκιους και πνευματικές οντότητες που παρενέβαιναν στη ζωή με το πρόσχημα θαυμάτων και οιωνών ή στοίχειωναν τα δάση και τα πηγάδια. Επιπλέον, σε μιαν τέτοια περίπτωση δεν θα ζητούσε καν να αγγίξει τις πληγές, αφού δεν θα υπήρχε τίποτα να αγγιχτεί. Επομένως, η ταραχή του, όλο αυτό το συνειδησιακό μούδιασμα, δεν αποκλείεται να προερχόταν απ’ την ενατένιση της οργανικής μεταμόρφωσης του ίδιου εκείνου γνώριμου σώματος, της αλλοίωσης της μορφής της σάρκας απ’ την, ας πούμε, μεταφυσική εκλέπτυνση του ιστού της.

Διαφαίνεται λοιπόν ότι, αν δυσκολευόμαστε να εμπιστευτούμε κάτι, αυτό είναι το πραγματικό, όχι το άυλο! Ως εκ τούτου, το βιβλικό επεισόδιο διατηρεί μια συμβολική διάσταση απολύτως προφητική: η δυσπιστία του Θωμά είναι επίκαιρη. Σε ανύποπτο χρόνο, ασκείται σαν αθέλητη κριτική στην πίστη του σύγχρονου ανθρώπου, του ανθρώπου της μετανεωτερικότητας, στην «αιθέρια» ποιότητα των θεαμάτων, των εμπορευμάτων και των επιστημονικών αντικειμένων που τον περιβάλλουν, με μια φράση: των συλλογικών του παραισθήσεων. Περιέργως, αυτές τον κάνουν «πραγματιστή». Εγκαταλείποντας τον ιστορικό ρεαλισμό των αξιών που καθόριζαν τη ζωή του ως μερική αντανάκλαση του γενικού, ο άνθρωπος καταλήγει δήθεν παντοδύναμος, καταλήγει να είναι ο ίδιος το γενικό, και αποκτάει αρκετά «ρεαλιστική» προοπτική και αντίληψη ώστε να εναποθέσει τις τύχες του στο ακριβώς αντίθετο: στη λεγόμενη δυνητικότητα! Εκτοτε, θεωρεί ως σταθερό και αμετακίνητο γνώμονα την αυθαιρεσία ενός σύμπαντος που ρυθμίζεται αποκλειστικά απ’ την πρόβλεψη στατιστικών ανωμαλιών και την προσομοίωση.

Έτσι, και καθώς οι ψευδαισθήσεις ακτινοβολούνται προς πάσα κατεύθυνση, το ανθρώπινο υποκείμενο υποκύπτει σε μια λατρεία της ύλης που θα έπρεπε μάλλον να θεωρείται νοσταλγική, αφού η ύλη, και σε πείσμα της αναγόρευσης σε θεότητα, έχει χάσει κάθε χρηστικό ή συμβολικό αντίκρισμα. Το ίδιο οξύμωρο θριαμβεύει όταν οι αυταπάτες «προόδου» επιβάλλονται με ανελέητη αποτελεσματικότητα τη στιγμή που το «άυλο» περιεχόμενο των ετοιμοθάνατων αληθειών της συναισθηματικής ζωής γίνεται δεκτό με υπερβολική καχυποψία. Εντέλει, όσοι επιμένουν να περιπλανώνται στα ερείπια της ψυχικής πραγματικότητας αντιμετωπίζονται με ειρωνικά χαμόγελα, όπως κάποτε εκείνοι που επέμεναν ότι έβλεπαν νεκρούς σε οράματα. Τουναντίον, οι καθαρές οπτασίες και οφθαλμαπάτες του ψηφιακού σύμπαντος καλωσορίζονται με την πεποίθηση ότι αποτελούν τη μόνη πραγματικότητα, συνεπώς και τη μόνη αξιόπιστη πραγματικότητα. Για να το πούμε διαφορετικά, αντηχεί εδώ ο ανεπίγνωστος παραλογισμός του μέσου ανθρώπου, που πιστεύει πρόθυμα στην ύπαρξη υποατομικών σωματιδίων ενώ αδυνατεί να συμπεράνει οτιδήποτε σχετίζεται με τη διάθεση του συνομιλητή του όταν τον κοιτάζει στα μάτια.

Θέλοντας να αγγίξει τις πληγές του Χριστού, ο Θωμάς δηλώνει τα επιβεβαιωτικά πρωτεία της αφής έναντι της όρασης -μετατρέπεται αίφνης σ’ ένα νήπιο ή σε κάποιον που προαναγγέλλει τη μετανεωτερικότητα ως κόσμο όπου οι άνθρωποι θα βλέπουν με την άκρη των δακτύλων. Γι’ αυτή τη μεταστροφή -ή, αν θέλετε, υποτροπή-, απαιτήθηκαν μόνον 30 χρόνια: οδηγήσαμε την όραση σε μια καταχρηστική γιγάντωση των αρμοδιοτήτων της, παραχωρώντας της όλα τα πρωτεία, λογικά, ηθικά, αισθητικά, καταναλωτικά κτλ., ώσπου αυτή διαλύθηκε μέσα στην ίδια της την ένταση, όπου ο άνθρωπος ως πανεπόπτης αλλά όχι πλέον νοήμων, κατάντησε τυφλός. Τώρα πια, σαρώνοντας το ορατό (με την τεχνική σημασία του όρου scanning) αντί να το βλέπει, εμπιστευόμενος τις τηλεματικές συντεταγμένες του πράγματος αντί να απολαμβάνει τη σημασία του, ο άνθρωπος γίνεται υπηρέτης μια άψυχης οπτικής, θέατρο της οποίας είναι το σύνολο των παιγνιδιών της δυνητικότητας, οικονομικών, σεξουαλικών, επιστημονικών και σημειολογικών, ενώ η παλιά, ζωτική και ερμηνευτική συνάφεια με τις χαρές και τους τρόμους της μοίρας του έχει περάσει στην πλευρά του «άυλου», του μη πιστευτού. Σαν τον Θωμά, συναινούμε μόνον στην ύπαρξη εκείνου που μπορεί να αγγιχτεί – έστω με το βλέμμα και, εν συνεχεία, μόνον μ’ αυτό. Ηδη, τα γυμνασιόπαιδα «σκέφτονται με τον αντίχειρα», όπως το έθεσε ένας ψυχαναλυτής σχολιάζοντας την εξάρτηση απ’ το κινητό τηλέφωνο.

Στην ουσία, εκείνο που ο Θωμάς δυσκολεύεται να αντικρίσει δεν είναι το πρόσωπο αναστημένο αλλά το πρόσωπο μεταμορφωμένο – ο Θωμάς δεν είναι άπιστος, είναι δύσπιστος, είναι κάποιος που έχασε τον τρόπο να βλέπει διαισθαντικά και με ολόκληρο τον ψυχισμό του, οπότε ατενίζει σαν τον σύγχρονο θεατή, του οποίου το μάτι καταγράφει, με όρους εξακρίβωσης, τα καταγεγραμμένα ίχνη πραγμάτων που η ταυτότητά τους έχει λησμονηθεί. Το βλέμμα του Θωμά προϊδεάζει για την κρίση της όρασης ως πεδίου ψυχικής ενότητας και για τη συνακόλουθη γέννηση μιας ματιάς που έμελλε να καταλήξει, στις μέρες μας, τυπική ψαύση. Προσπαθούμε διαρκώς να αντιρροπήσουμε αυτή την αναπηρία με τον καταιγιστικό πολλαπλασιασμό εικόνων που αφηγούνται τον απρόσωπο πόθο για ένα άγγιγμα της σημασίας εκείνου το οποίο βλέπουμε, άγγιγμα εξ υποθέσεως ανέφικτο.

 

ΠΗΓΗ:εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 11-4-2010

ΠΗΓΗ: Ludus Literarius

Ludus Literarius

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s