Το φάντασμα των εκλογών*

του Ευγένιου ΑρανίτσηΕΥΓΕΝΙΟ ΑΡΑΝΙΤΣΗ

choiceΕίναι φανερό: όσο πιο ασφυκτικά περιορίζονται οι ευκαιρίες και οι δυνατότητες, να κληθεί να επιλέξει κανείς μεταξύ σωστού και  λάθους, τόσο πιο περήφανος αισθάνεται για την υποτιθέμενη ελευθερία στο να διαλέγει ανάμεσα σε συναφείς παραλλαγές του ίδιου πράγματι εξ ολοκλήρου ανούσιες. Πρόκειται για τις περίφημες «επιλογές»  που εισέβαλε στην ελληνική γλώσσα περί τα μεσάτης δεκαετίας του ’80 και που, μέχρι σήμερα, εξακολουθεί να σπάει όλα τα ρεκόρ ακροαματικότητας.

Εντελώς κενός, ο όρος αυτός, «επιλογή», προσέλαβε μορφή συνθήματος στα χείλη όλων, είτε για βουλευτές και φωτομοντέλα επρόκειτο, είτε για ανώνυμους πολίτες που φωτίστηκαν από μιαν αστραπή διασημότητας του ενός δευτερολέπτου, είτε για τα εκατομμύρια των ατόμων που κατόρθωναν να αναπαράγουν καθημερινά την απουσία εαυτού ώστε το  έλλειμα να ταιριάζει στο ιδανικό του μέσου καταναλωτή, τηλεθεατή, ψηφοφόρου κ.λπ. Γιατροί, δικηγόροι, συγγραφείς, βιομήχανοι, αθλητές, αστρολόγοι, νοικοκυρές, τηλεπαρουσιαστές και πυροσβέστες «επιλέγουν» από βράδυ λύσεις και προοπτικές, καριέρες, ειδικεύσεις, συσκευές, ζυγούς, αυτοκίνητα, τουριστικούς προορισμούς, θεατρικές παραστάσεις, σχολεία για τα παιδιά τους, καθώς και μια πλήρη στάση ζωής, όπως τη λένε, η οποία ανέχεται την ταφή ή την καύση του νεκρού, ανάλογα!

Ακούει, λοιπόν, κανείς τους πάντες να παπαγαλίζουν φράσεις δηλωτικές μιας ωριμότητας που βρίσκεται, τάχα, επί ποδός πολέμου ανά πάσα στιγμή («Είναι επιλογή μου…», «Το επέλεξα…», «Θα κάνω την επιλογή μου όταν έρθει η ώρα…» «Κάναμε τις επιλογές μας…»), ενώ στο πείσμα με το οποίο προφέρεται η δήλωση αντηχεί, αντεστραμμένη, η ένοχη επίγνωση ότι, τρόπον τινά, καμιά επιλογή δεν είναι πλέον εφικτή. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς εξαιρετικά καχύποπτος για να αντιληφθεί ότι αυτός ο αφελής πληθωρισμός συνειδησιακής εγρήγορσης κρύβει, άτεχνα, μιαν εντυπωσιακή παράλυση μπροστά στην εξαφάνιση των αληθινών ενδεχομένων.

Αν  η εποχή της μετανεωτερικότητας, δηλαδή η δική μας, αυτή των παγκοσμίων δικτύων πληροφόρησης, εκθειάζεται σαν το βασίλειο των  ανέσεων, κάτι τέτοιο πάντως δεν είναι άσχετο με την παραγραφή της δυσκολίας που κρυβόταν μέσα στο καθετί, όταν το καθετί διατηρούσε ακόμη κάποιο ίχνος νοήματος. Το ότι ο άνθρωπος προχωρεί λιγότερο χάρη στις ελευθερίες του και περισσότερο χάρη στα εμπόδια που υποχρεώνεται να ανατρέψει ή να παρακάμψει, αναπτύσσοντας έτσι αυτό που αποκαλούμε προσωπικότητα, έχει λησμονηθεί προ πολλού. Η ανθρώπινη προσωπικότητα, σαν ένα σύνολο πληροφοριών και η ίδια, πρέπει τώρα να είναι μηδενικού περιεχομένου ώστε να κυκλοφορεί με τον ταχύτερο και πιο ανέξοδο τρόπο. Συνεπώς, η μνήμη θα ήταν βάρος. Πόσω μάλλον η κρίση.

Έτσι, απ’ τη στιγμή που όλα επιτράπηκαν, τουλάχιστον στο δυνητικό επίπεδο, μ’ άλλα λόγια απ’ τη στιγμή που το επιτρεπτό δεν είναι πια καρπός κατακτήσεων αλλά μια «θεσμική» παραχώρηση, ένα παράξενο μούδιασμα κυριεύει ολόκληρη την κοινωνία και το πνευματικό της κοίτασμα αρχίζει να ψυχορραγεί. Στο τέλος της διαδρομής προς την ανεξαρτησία της, η γνώμη πεθαίνει. Οι αντιστάσεις διαλύονται στη γενική χαύνωση. Άπαξ και της προσφέρεται μια άβυσσος θεωρητικής ευρυχωρίας, η επιθυμία μένει αμήχανη: στο εξής, θα νοείται σαν σπουδή στο να διαλέξεις ανάμεσα σε χίλια  πανομοιότυπα σαμπουάν για λιπαρά μαλλιά, το καθένα με τη δική του τάχα ξεχωριστή και ανεπανάληπτη, μεγαλοπρεπή χημική σύσταση.

Είναι πρωτίστως στη σκηνή της τηλεοπτικής επικαιρότητας που η σημασία του ερωτήματος σβήνει οριστικά και μαζί το άγχος της ανάμνησης τι γεγονότος ότι κάποτε υπήρξαμε άνθρωποι. «Επιλέξατε»; Σας βομβαρδίζουν  με βλακώδεις προτροπές παντός τύπου. Απίθανες τεχνολογικές εξυπηρετήσεις διανέμονται σε άτομα που, καθώς μαρτυράει η καταθλιπτική τους ενεργητικότητα, χρειάζονται οτιδήποτε εκτός απ’ αυτό. Το φάσμα «επιλογών» του επικοινωνιακού παραληρήματος γίνεται κυριολεκτικά χαοτικό, ακριβώς τηστιγμή που η επικοινωνία παύει να μεταφέρει οποιοδήποτε ουσιαστικό μήνυμα, εξ ου και ο φρενήρης πολλαπλασιασμός των μηνυμάτων στα κινητά και στα PC. Η εκρηκτική σουρεαλιστική κακογουστιά των διαφημίσεων ανοίγεται σαν η έσχατη σκηνή της «επιλογής», όπου νόμιμα ναρκωτικά και ελεύθερη πορνογραφία, για να μην πούμε και για τα θρησκευτικά δόγματα, έρχονται στον ίδιο παρονομαστή με σκούπες και εντομοκτόνα, αρκεί να δεχτεί κανείς να «επιλέξει». Τηλεφωνήστε ΤΩΡΑ!

Ναυαγώντας σ’ έναν κυκεώνα «επιλογών», ο κόσμος παραιτείται από κάθε συνειδητό προορισμό και μετατρέπεται σ’ ένα γιγαντιαίο πανόραμα τυχαιότητας, ενώ το να «επιλέγεις» ισοδυναμεί με το να ποντάρεις: αξιωμα­τούχοι της πολιτείας «επιλέγουν» στρατηγικά οικονομικά σχέδια περίπου με τη συχνότητα και την άνεση που τα κοριτσάκια «επιλέγουν» το αγόρι τους -όλα τα menu είναι διαθέσιμα. Η συνολική κίνηση των γεγονότων ενσωματώνεται σ’ ένα πεπρωμένο αμιγώς φαντασιακό, και άρα εκτός ελέγχου, που κα­νείς δεν θα ήταν αρκετά τρελός ώστε να το διαλέξει αλλά που, ειδικά γι’ αυτό, ξετυλίγεται μέσω απειράριθμων μικροκινήσεων ελέγχου «επιλογών»: πλη­κτρολογήστε την «επιλογή» σας, είναι απλό και γρήγορο, είναι λειτουργικό, είναι η πεμπτουσία της συναίνεσης, ο κόσμος έγινε απεριόριστα φιλικός προς τον χρήστη, κάντε ΚΛΙΚ στην ένδειξη της «επιλογής» σας.

Έτσι, η δυνατότητα για αληθινά κρίσιμες επιλογές απωθείται στα αζήτητα και, από κει, επιστρέφει τυραννικά και διευθύνει την τροχιά μιας αν­θρωπότητας που, μεθυσμένη απ’ τις «επιλογές», ξεχνάει πως βρίσκεται υποχρεωτικά σε μονόδρομο. Πράγματι, ποτέ μέχρι σήμερα (ακόμη και στον να­ζισμό έδρασε κάποιου είδους αντιπολίτευση) η ανθρωπότητα δεν εμφανίστηκε πιο άκριτα και παθητικά υποχωρητική, και μάλιστα οικειοθελώς, απέναντι στην ιδέα του αυτονόητου, σ’ αυτή την αρρωστημένη αντίληψη της «φυσικότητας» των μοιραίων δήθεν εξελίξεων. Δεν μπορείς παρά να εντάξεις τον εαυτό σου στην κίνηση της «προόδου», οποιαδήποτε άλλη στάση θεωρείται α­διανόητη. Είναι τέτοια η δυναμική αυτής της μοναδικής «επιλογής» που πα­ρέχεται, ώστε η απαγόρευση της λοξοδρόμησης, τη στιγμή που μπορεί κανείς να διεκδικήσει, χωρίς συνέπειες, οτιδήποτε πλασματικό, γίνεται νόμος, ο έρωτος νόμος στην Ιστορία που θεμελιώθηκε δίχως την επίκληση της Ηθικής. Η φιλοσοφία του είναι εφάμιλλη εκείνης του νόμου των πιθανοτήτων.

Το χαρακτηριστικό της επιλογής ήταν κάποτε η δυσκολία· η επιλογή ήταν ,η ηράκλεια, συμφωνά με τον μύθο· το Καλό υπήρξε πάντοτε δύσκολο, ενώ το Κακό εξέπεμπε θέλγητρα στα οποία όφειλες να αντισταθείς. Τώρα η δυσκολία επανέρχεται ανάποδα: γίνεται όντως όλο και πιο δύσκολο να διαλέξεις όταν οι διαθέσιμες «επιλογές» είναι, επί της ουσίας, 100% ταυτόσημες ως προς τη μηδαμινότητά τους. Η δυσκολία αυτή περνάει απαρατήρητη, αν ,αι καταγράφεται π.χ. στις εκλογές με την προοδευτική αποθέωση του λευκού ψηφοδελτίου και της αποχής, όπου η ικανότητα της αυθόρμητης ανταπόκρισης στην αυθεντική θέληση εκφράζεται με το αντίθετο της: την αδιαφορία.

*Το παραπάνω κείμενο είναι από την στήλη του Ευγένιου Αρανίτση «Παράδοξα» στην Ελευθεροτυπία.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s