«Σαν να μην πέρασε μια μέρα». Εν έτει 1992: Μια πρωθύστερη καταγραφή των θεμελίων της σημερινής καταστροφής8*

του Γιώργου Κοντογιώργη

οι ολιγαρχεςΕυθύς αμέσως, με την είσοδο του στην πολιτική σκηνή «…το ΠΑΣΟΚ θα επιδιώξει να καλύψει το έδαφος που προσιδιάζει σε ένα ριζοσπαστικό σοσιαλιστικό πρόταγμα». Αρχικά, θα εξαγγείλει ένα σημαντικό πακέτο κρατικοποιήσεων και «κοινωνικοποιήσεων», μια εξωτερική πολιτική άκαμπτη και συχνά ακραία, συγχρόνως δε την πλήρη διάρρηξη των δεσμών της χώρας με τη «Δύση», το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Η πολιτική αυτή τακτική οδηγούσε προφανώς στο άνοιγμα μιας μεγάλης βεντάλιας μεταξύ «Δεξιάς» και «Αριστεράς», που εμφανιζόταν ως προϋπόθεση για μια σταθερή οριοθέτηση του δικού του ζωτικού πολιτικού χώρου. Γι’ αυτό άλλωστε το περιεχόμενο του προτάγματόςτου περιλάμβανε πολυποίκιλες προσδοκίες και απευθυνόταν σε ένα ευρύτατο φάσμα του κοι­νωνικού σώματος: Στο νεφέλωμα των μη προνομιούχων αφε­νός, στις τραυματικές δοκιμασίες του ιστορικού βίου μιας με­γάλης μερίδας της κοινωνίας, από το κέντρο και την άκρα Αριστερά, και στα απωθημένα εθνικά αντανακλαστικά της ελ­ληνικής κοινωνίας, αφετέρου.

Έτσι, ενώ το ΠΑΣΟΚ εστίαζε το ενδιαφέρον του στα με­σαία και στα εργατικά κοινωνικά στρώματα, στο κοινωνικό πεδίο απευθυνόταν επίσης στις ιστορικές γενιές που ανάγονταν στον Εμφύλιο και στο πολιτικά κατασταλτικό κράτος που ακολούθησε. Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής τέλος, η απόρριψη συνολικά της Δύσης σε καμία περίπτωση δεν υπο­δήλωνε τη δέσμευση του σε μια «τριτοκοσμική» επιλογή. Υπα­γορευόταν πρωταρχικά από τη βούληση του να επωφεληθεί από το αντιδυτικό σύνδρομο που εγκαταστάθηκε στους Έλ­ληνες από την εποχή της Άλωσης και συντηρήθηκε έκτοτε από θιασώτες της Εκκλησίας. Επρόκειτο για ένα σύνδρομο που τα ελληνοτουρκικά, το κυπριακό και το υφέρπον συναίσθημα ενός εθνικού τραύματος του ελληνισμού έκαναν εφικτή την ύφανση του. Επομένως, το σύνδρομο αυτό, όπως προσδιορί­σθηκε από το ΠΑΣΟΚ, αντιβαίνει πλήρως την ίδια τη φύση του ελληνικού κόσμου: Είδαμε ήδη ότι η σύγκρουση του Βυζα­ντίου με τη Δύση συμπύκνωνε την αντιπαράθεση του κόσμου της οικουμενικής νομισματικής οικονομίας, που αντιπροσώ­πευσε ο ελληνικός (ανθρωποκεντρικός) κόσμος, με εκείνον της δυτικής Ευρώπης, που κινητοποιούσε ευρέως ο συνδυα­σμός της λεηλατικής κινητικότητας που ανέδυε η σύνθεση της αναδυόμενης εκεί ανθρωποκεντρικής δυναμικής με την απερ­χόμενη φεουδαλική κοινωνία. Ο προσανατολισμός που υπο­νοούσε το αντιδυτικό διάβημα του ΠΑΣΟΚ ήταν οφθαλμοφανώς αντίθετος με τη νομισματική οικονομία -που διακινούσε ιστορικά η ελληνική αστική τάξη- και τις πολιτικές, πολιτισμι­κές και οικουμενικές της παραμέτρους. Διαπιστώνουμε λοι­πόν μια ασυμβατότητα μεταξύ του σοσιαλιστικού προτάγματος, που διακινούσε το ΠΑΣΟΚ, και της στήριξης που αντλού­σε από τα παλαιά αντιδυτικά συναισθήματα της (συγκαιρικής) ορθοδοξίας.

Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981 επιβεβαιώνει την εδραία θεμελίωση του πολιτικού συστήματος. Συγχρόνως, ανοίγει μια νέα περίοδος προσαρμογής της πολιτείας, με την οικοδόμηση ενός «συντεχνιακού» συστήματος, σε όλα τα επί­πεδα του υπό ευρεία έννοια δημόσιου χώρου. Πρόκειται, ου­σιαστικά, για έναν κομματικό «συντεχνιασμό», με πρόσημο την ενσωμάτωση των ομάδων συμφερόντων/διαμεσολάβησης στα διάφορα επίπεδα της εξουσίας, έτσι ώστε να διασφαλίζε­ται ο έλεγχος των θεσμών του κράτους από το κόμμα και, πε­ραιτέρω, η αναπαραγωγή και η κοινωνικοπολιτική διείσδυ­ση των στελεχών του. Η λύση αυτή κατέληξε πράγματι στην αναδιανομή του δημόσιου αγαθού όχι προς όφελος του κοι­νωνικού σώματος, αλλά στην από κοινού νομή του κοινωνι­κού αγαθού από το κόμμα και από τους νέους συγκατανευσιφάγους εταίρους του, με το μέσον της εξουσίας. Εάν, βρα­χυπρόθεσμα, η πολιτική αυτή οδηγούσε στην κοινωνική και πολιτική ενσωμάτωση ενός ευρέος κοινωνικού φάσματος [στις δομές του πελατειακού κράτους], μακροπρόθεσμα έμελ­λε να επιταχύνει την κοινωνική πίεση και την αμφισβήτηση του συνόλου του συστήματος εξουσίας, πράγμα που θα απο­λήξει στη σύγκρουση της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ με το δημιούρ­γημα της.

Η δεύτερη κυβερνητική θητεία του ΠΑΣΟΚ (1985-1989) σημαδεύθηκε από αυτή τη διπλή σύγκρουση. Επιχειρεί να ανακτήσει το κράτος, με την εξουδετέρωση των πρώην -συ­νοδοιπόρων- «συντεχνιαρχών» στην εξουσία. Την ίδια στιγ­μή, υπερασπίζεται την εξουσιαστική αυτονομία της πολιτικής τάξης απέναντι στην κοινωνική αμφισβήτηση. Η διπλή αυτή σύγκρουση θα οδηγήσει την ηγεσία του κυβερνώντος κόμμα­τος να τοποθετηθεί υπεράνω της κοινωνικής και πολιτικής δυ­ναμικής, επιχειρώντας ολοένα και περισσότερο να εγκιβωτίσει την εκλογική του πελατεία στο «ιστορικό» επιχείρημα (επικα­λούμενο λ.χ. τις ευθύνες της Δεξιάς για τον Εμφύλιο, τον ελεγ­χόμενο κοινοβουλευτισμό που ακολούθησε, την «αποστασία», τη δικτατορία κ.λπ.), να κινητοποιήσει τις απηρχαιωμένες πε­λατειακές πρακτικές και να ιδιοποιηθεί απροκάλυπτα τους μηχανισμούς και τις προσόδους του κράτους. Εν προκειμένω, συντρέχει μια τυπική περίπτωση «εκτροχιασμού» της εξου­σίας (από τον δημόσιο σκοπό της), της οποίας ακραίες εκδη­λώσεις αποτελούν η οικοδόμηση ενός διάχυτου συστήματος διαφθοράς, στο επίπεδο τόσο του κράτους όσο και της κυβερ­νητικής εξουσίας (της οποίας η «συναλλαγή» είναι η κατάλη­ξη), με προεκτάσεις τη συνενοχή της κοινωνίας (με ένα πλήθος από παροχές, δεκάδες χιλιάδες παράνομους διορισμούς κ.λπ.), την ισοπέδωση των κοινωνικοπολιτικών ηθών, τη βα­ριά υποθήκευση της χώρας στους ξένους δανειστές, την πολι­τική μαζοποίηση της κοινωνίας και την πλήρη κομματική καθυπόταξη των δημόσιων ΜΜΕ.

Η περίοδος που διανοίγεται από το 1985 συμπίπτει πράγ­ματι με την κορύφωση της πολιτικής αντίδρασης στην κοινω­νική αμφισβήτηση, που γιγαντωνόταν ολοένα και περισσότε­ρο εξαιτίας της αυτονόμησης της εξουσίας από τον δημόσιο σκοπό της και της περιχαράκωσης της στην παραδοσιακή της αυτάρκεια. Η αυτονομία αυτή, που χαρακτηρίζει από κάθε άποψη ιστορικά το ελληνικό πολιτικό σύστημα, θα γνωρίσει μια δυναμική επιστροφή με την ηγετική πτέρυγα της Ένωσης Κέντρου, η οποία στη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 ανέλα­βε την πρωτοβουλία της επιτάχυνσης της διαδικασίας για την επάνοδο της χώρας στην πολιτική ομαλότητα και, μετά τη δι­κτατορία, συνέβαλε στην ανασυγκρότηση του πολιτικού και ιδεολογικού πεδίου.

Όντως, την περίοδο αυτή καταγράφεται μια σαφής διά­σταση μεταξύ της πολιτικής βούλησης της εξουσίας και της δυναμικής μιας κοινωνίας της οποίας τα θεμελιώδη χαρακτη­ριστικά συνάδουν με τη νομισματική οικονομία, ιδίως εκείνη της εμπορευματικής και της μεταποιητικής εποχής. Παρά την οικονομική στασιμότητα που υπέστη η ελληνική κοινωνία (οι βιομηχανικοί δείκτες το 1990 παραμένουν στο επίπεδο του 1980), η θεσμική της ενσωμάτωση στο ευρύτερο ευρωπαϊκό οι­κονομικό περιβάλλον, που συγκεκριμενοποιείται όταν γίνεται αποδεκτή ως η δέκατη χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότη­τας, τον Ιανουάριο του 1981, θα αντισταθμίσει την απώλεια σε δυναμισμό, εξαιτίας των (αναχρονιστικών) αντιστάσεων της πολιτικής τάξης. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα μεταβάλλεται, στη εκσυγχρονισμού φάση αυτή, για την Ελλάδα, σε έναν κεφαλαιώδη παράγοντα εκσυγχρονισμού.

Η αποδοκιμασία της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 1989 και το κοινοβουλευτικό αδιέξοδο στο οποίο απολή­γουν η ακαμψία του κομματικού συστήματος και ο εκλογικός νόμος θα οδηγήσουν στη μοναδική εμπειρία της συγκυβέρνησης των αντιπάλων του Εμφυλίου, της ΝΔ και του Συνασπισμού της Αριστεράς, και στη συνέχεια της οικουμενικής κυ­βέρνησης. Το 1990 η ΝΔ θα αναδειχθεί νικήτρια στις εκλογές και θα σχηματίσει μονοκομματική κυβέρνηση.

Η βαθιά και πολυσήμαντη κρίση στην οποία βυθίζεται η χώρα προς το τέλος της πρώτης σοσιαλιστικής διακυβέρνησης θα γίνει αισθητή ιδίως στην περίοδο του τέλους της δεκαετίας του 1980, στο μέτρο που οι επιπτώσεις της στη διαδικασία της ενσωμάτωσης της στην Ε.Ε. καθώς και στον ρόλο της στην ευ­ρύτερη περιοχή μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλι­σμού θα γίνουν εμφανείς. Παρόλον ότι οι επιπτώσεις της κρί­σης θα αποτυπωθούν περισσότερο στα πεδία της οικονομίας και στους λοιπούς τομείς της κοινωνικής ζωής, είναι φανερό ότι η πρωτογενής της αιτία συνδέεται με την κρίση του πολιτι­κού συστήματος και, πιο συγκεκριμένα, με την εγκατεστημένη αναντιστοιχία της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, που απορρέει από το κομματικό σύστημα και την πολιτική τά­ξη. Αν η τελευταία περίοδος της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, από το 1985 έως το 1989, συνοδεύθηκε από μια έξαρση αυταρχι­σμού, δεν είναι λιγότερο προφανές ότι το πρόβλημα είναι κα­θολικό και αφορά κατά το μάλλον ή ήττον το σύνολο της ελ­ληνικής πολιτικής τάξης και, υπό μια έννοια, ξεπερνάει τα όρια της ελληνικής περίπτωσης.

Η τελευταία δεκαετία που προηγείται του 21ου αιώνα εμ­φανίζεται ως περίοδος δραστικής προσαρμογής για την Ελ­λάδα. Μοιάζει να κατευθύνεται προς μια σχετική υπέρβαση των θυλάκων του παλαιού καθεστώτος, στους οποίους έχουν εγκιβωτισθεί τα κόμματα αφενός, και, αφετέρου, προς μια ανάδυση στοιχείων μιας δυναμικής της μετάβαση σε μια πολιτική περίοδο, συνάδουσα με την είσοδο της στην τεχνο­λογική εποχή. Η ενσωμάτωση μεγάλων τμημάτων της ελληνι­κής κοινωνίας στο κοινωνικοπολιτικό σύστημα, οι εξελίξεις στις πολιτικές οικογένειες και στο πολιτικό προσωπικό που διαφαίνονται στον ορίζοντα, οι θεμελιώδεις αλλαγές στην ελ­ληνική πολιτική κουλτούρα, η βαθιά ρήξη με το επώδυνο πα­ρελθόν και, περαιτέρω, η εξάντληση της κομματικής εκμετάλ­λευσης των «ιστορικών αναφορών», τέλος, η αδιαμφισβήτητη συναίνεση που διαμορφώθηκε στο ζήτημα της οργανικής εν­σωμάτωσης της χώρας στο ευρωπαϊκό οικονομικό οικοδόμη­μα (η συνθήκη του Μάαστριχτ υιοθετήθηκε ομόφωνα από το ελληνικό κοινοβούλιο με εξαίρεση το ΚΚΕ) ενδέχεται να οδη­γήσουν το κομματικό σύστημα σε μια κατάσταση ισορροπίας που θα είναι εν προκειμένω περισσότερο συμβατή με τις νέες κοινωνικές αναπαραστάσεις που έφερε η ανάπτυξη. Η ισορ­ροπία αυτή, εντούτοις, δεν έχει ακόμη συγκεκριμενοποιηθεί, στο μέτρο που οι μηχανισμοί οι οποίοι έκαμαν εφικτή την αυ­τονομία της πολιτικής τάξης, δηλαδή ο ιδιοτελής εναγκαλι­σμός του κράτους και η ιδιοποίηση της εξουσίας του αφενός και η οργανική στασιμότητα των κομμάτων αφετέρου, παρα­μένουν ουσιαστικά ανέγγιχτοι…

 

8. Απόσπασμα από το βιβλίο μου HistoiredelaGrèce(ÉditionsHaiter, Παρίσι, 1992, σελ. 432-437), όπου σκιαγραφείται η ζοφερή προοπτική της χώρας.

 

*Το παραπάνω κείμενο είναι από το καινούργιο βιβλίο του Γιώργου Κοντογιώργη (σελ.98-103) Οι Ολιγάρχες Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΒΑΣΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΣΥΓΚΑΤΑΝΕΥΣΙΦΑΓΩΝ, και κυκλοφορεί από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ

Advertisements

One thought on “«Σαν να μην πέρασε μια μέρα». Εν έτει 1992: Μια πρωθύστερη καταγραφή των θεμελίων της σημερινής καταστροφής8*

  1. Παράθεμα: «Σαν να μην πέρασε μια μέρα». Εν έτει 1992: Μια πρωθύστερη καταγραφή των θεμελίων της σημερινής καταστροφής | Ελεύθερη Λαική Αντιστασιακή Συσ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s